Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013

Πυθίες, oί κόρες τού Απόλλωνος

Τό μεγαλύτερο Μαντείο στήν ιστορία τής ανθρωπότητος, τό φημισμένο Μαντείο τών
Δελφών, συνδύαζε τήν Μαντική Μανία τού Θεού, τόν ιδανικό τόπο, τόν ομφαλό τής
Γής καί βεβαίως τόν Ιερόν ενθουσιασμόν τών Πυθιών. Ό Απόλλων ώς ό φωτίζων τόν
κόσμο Θεός, διώκει από τόν ανθρώπινον Νού τά σκότη καί τόν καθιστά ικανό νά
προβλέπη τό Μέλλον. Κατά τούς Ηρωϊκούς χρόνους ή Μαντεία δέν συνδέεται μ' έναν
τόπο, αλλά μέ πρόσωπα όπως ο Τειρεσίας, ο Κάλχας, ο Αμφιάραος ή τήν αυθόρμητη
μαντεία τών Σιβύλλων. Μέ τήν πάροδο τών χρόνων η Μαντική συνδέθηκε μέ
συγκεκριμένη καί καθαγιασμένη τοποθεσία καί η "επώνυμη" Μαντεία υποχώρησε στήν
δύναμη τού Θεού καί τού τόπου. Τό άτομο περνά πιά σέ δεύτερη μοίρα καί τό
Προφητικό χάρισμα μεταδίδεται μέσω τού Θεού καί τών ιδιοτήτων τού τόπου.
"Λάβε λοιπόν υπ' όψιν σου κι αυτά, πού έχουν ειπωθεί σωστά, καί εννόησε πώς ό
εδώ Θεός χρησιμοποιεί τήν Πυθία γιά νά φτάσει στ' αυτιά μας, όπως ο Ήλιος τήν
Σελήνη γιά  νά φτάσει στά μάτια μας"
Πλούταρχος



Πρώτη Πυθία κατά τήν Παράδοση είναι ή κόρη τού Απόλλωνος η Φημονόη, πού μετά
απ' αυτήν πολλές έφερον ώς τιμήν τ' όνομά της. Ήταν η πρώτη που εφηύρε τον
εξάμετρο στίχο των χρησμών. Σ' αυτήν απέδιδαν την παλαίφατη ρήση που φερόταν
αναγραμμένη στο χρηστήριο των Δελφών: "Γνώθι σαυτόν".
Ό Παυσανίας αναφέρει ώς πρώτην Πυθίαν τού Θεού τήν Δάφνη.
Κατά τούς πρώτους τού Χρηστηρίου χρόνους ή Πυθία χρησμοδοτούσε μιά φορά τόν
χρόνο στίς εφτά τού μηνός Βυσίου. Ό Μήνας αυτός ήταν ό πρώτος τής
Ανοίξεως.Αργότερα, η Πυθία ανέρχετο στον τρίποδα την εβδόμη καθ' εκάστου
μηνός, πλην των «αποφράδων ημερών», όπου δεν μπορούσε να δώσει χρησμό και τους
τρεις χειμερινούς μήνες, τότε που ο Απόλλωνας ταξίδευε στους Υπερβορείους και
την εξουσία του ιερού χώρου αναλάμβανε ο αδελφός του Διόνυσος.
Ή Πυθία εκλέγετο από τίς κόρες τών Δελφών, πασών Δελφίδων εξαίρετος λέγει ο
Ευριπίδης. Στήν αρχή εκλέγοντο νεαρές παρθένες΄λόγω τής αγνότητος αυτών καί
τήν ομοιότητα μέ τήν Αρτέμιδα καί τέλος εκρίνοντο καταλληλότερες, στήν τρυφερή
ηλικία ευρισκόμενες, πρός διαφύλαξη τών μυστικών τών χρησμών, κατά τόν
Διόδωρον.
Ο Πλούταρχος προσθέτει ότι "Ανατραφείσα εν τω οίκω πτωχών γεωργών δεν
προσκομίζει εν τώ ιερώ εις ό κατέρχεται ούτε τέχνην, ούτε πείραν, ούτε φυσικά
προτερήματα", "αγνοούσα σχεδόν τα πάντα, είναι αληθής παρθένος διάνοια,
επικοινωνούσα με τον Απόλλωνα".
Η ενδυμασία της Πυθίας ήταν απλή. Δεν φορούσε αρώματα, μύρα και δεν γνώριζε
την γυναικεία πολυτέλεια. Δεν έκαμε χρήση κιννάμου, λαδάνου ή λιβάνου. "Έκαιγε
απλά δάφνη και το άλευρον κριθής ήτο το μόνον αυτής ψιμμύθιον".


Η συνήθεια του να εκλέγεται νεαρή παρθένος διεκόπη όταν ο Θεσσαλός Εχεκράτης
ερχόμενος για να συμβουλευθεί το μαντείο, είδε την παρθένο προφήτισσα και
θελγόμενος από την ωραιότητά της, την απήγαγε και την βίασε. Οι κάτοικοι τότε
των Δελφών, απαγόρευσαν δια νόμου τη χρησμοδότηση στις παρθένες. Το
λειτούργημα τότε ανατέθη σε γυναίκες άνω των 50 ετών, οι οποίες όφειλαν να
φορούν ενδύματα νεαρής κοπέλας, εις ανάμνηση της παλιάς προφήτισσας. Αργότερα
ο νόμος αυτός ανεκλήθη. Πριν η Πυθία ανέβει στον τρίποδα, υποβάλετο σε μια
ιδιαίτερη προετοιμασία. Άρχιζε με τριήμερη νηστεία και κατά την ημέρα της
τελετής, λουζόταν με το νερό της Κασταλίας. Έλουε συνήθως τα πόδια και τα
χέρια της, ενίοτε δε κι ολόκληρο το σώμα, έπινε νερό από την Κασσιώτιδα πηγή
στην οποία ο Απόλλων είχε μεταδώσει μέρος της ενθουσιαστικής του δυνάμεως.
Έπειτα, μασούσε φύλλα δάφνης που συλλέγονταν από την Κασταλία κι όπως λέει ο
Λουκιανός, προσκαλούσε τον Απόλλωνα να μην καθυστερήσει να προσέλθει και να
υποβάλει ταχέως τους χρησμούς. Η παρουσία του Θεού γινόταν αισθητή όταν αρχικά
σειόταν η δάφνη της θύρας του Ιερού και το Άδυτον έτρεμε όλο εκ θεμελίων. Εις
την όλη προπαρασκευή της Πυθίας προς χρησμοδότηση, προσετίθεντο και θυμιάσεις
καιομένης δάφνης και αλεύρου κριθής. Κατά τον Στράβωνα, όταν η Πυθία
διαισθανόταν την παρουσία του Θεού, τότε οι Ιερείς έφερναν αυτήν επί του
τρίποδος. Όταν η Πυθία πληρωνόταν από τον Θεό, εγνώριζεν ήδη ν' απαριθμήσει
άπαντες τους κόκκους της άμμου και να καταμετρήσει τις απέραντες των θαλασσών
εκτάσεις. Οι αιώνες όλοι και οι καιροί, τα πεπρωμένα άπαντα, συσσωρεύοντο
αναρίθμητα εις τους κόλπους αυτής, φράσοντα την δίοδο στη φωνή και την
αναπνοή. Πρόφερε τότε λέξεις αρθρωμένες τις οποίες οι προφήτες συνέλεγαν
επιμελώς, δίδοντες σ' αυτές την απαιτούμενη αλληλουχία. Μετά από τον ορισμένο
χρόνο παραμονής επί του τριπόδου, οι προφήτες επανέφεραν αυτή στο δωμάτιό της
όπου παρέμενε αρκετές συνήθως μέρες, για να αναπληρώσει τις δυνάμεις μετά την
κόπωση εκ του Θείου ενθουσιασμού, λέει ο Λουκανός. 
Στην αρχή, υπήρχε μόνο μια Πυθία στο Ιερό. Αργότερα όμως, με την αύξηση της
φήμης του μαντείου, και με την προσέλκυση περισσοτέρων ανθρώπων πού ζητούσαν
χρησμό(θεοπρόπες), αυξήθηκε κι ο αριθμός των Πυθιών.



Εντός του Ιερού υπήρχε ένα ιδιαίτερο διαμέρισμα, το λεγόμενο Άδυτο, μέσα στο
οποίο εβρίσκετο ο τρίποδας και το χάσμα απ' όπου αναδύονταν οι αναθυμιάσεις. Η
είσοδος του Αδύτου ήταν καλυμμένη με φύλλα δάφνης και δεν δύνατο κάποιος να
διακρίνει τα τελούμενα. Οι δε θεοπρόπες, παρέμεναν σε έναν ναϊσκο, κείμενο του
Αδύτου όπου γλυκιά ευωδιά ανάλογη προς τα πλέον ευχάριστα και δαπανηρά
αρώματα, εξερχόμενη του Ιερού, ως εξ ανεξαντλήτου πηγής ενεπλήρου τα πάντα,
αναφέρει ο Πλούταρχος.
Το λεξικό του Σουίδα, αναφέρει την περίπτωση της Πυθίας Αριστοκλείας η οποία
ανέβηκε στον τρίποδα, αποκρύβοντας την προηγηθείσα σαρκική επαφή και
διατελούσα υπό την Απολλωνιακή μανία, κατηγόρησε τον ίδιο τον εαυτό της και
ταυτόχρονα υπέδειξε και τον συνένοχο.
Ο Πλούταρχος φρονεί ότι ο Απόλλων παρουσιάζει στην Πυθία "μόνον τας εικόνας
των πραγμάτων και εμφωτίζει την ψυχήν αυτής, ίνα οραματίζεται το μέλλον. Εν
τούτω έγκειται ο ενθουσιασμός". Αν οι λόγοι της Πυθίας είναι ατελείς και
συγκεγχυμένοι, τούτο οφείλεται στο ότι οι Θείες αποκαλύψεις "διέρχονται δια
σώματος θνητού και ψυχής τεταραγμένης". Όταν ο Θεός παρουσιάζει τις σκέψεις
Αυτού στην Πυθία, "παράγεται είδος τι εκστάσεως απαιτούσης ιδιαιτέραν κράσιν,
ειδικάς διαθέσεις και μεταβολής του όντος".
Οι γυναίκες αυτές πού αφιέρωσαν τήν Ζωή τους στόν Θεό καί στήν υπηρεσία τών
ανθρώπων, χωρίς καμιά ιδιαίτερη απολαβή, διαμόρφωσαν τόν Ελληνικό χώρο κι
έσωσαν τούς Έλληνες καί κατ' επέκτασιν τήν Ευρώπη από τήν μάστιγα τής
Ανατολής, αναγγέλοντας στόν κόσμο μας τούς χρησμούς τού Απόλλωνος.
Αιώνια θά μένουν στή μνήμη μας, νά μάς θυμίζουν ότι σ' αυτόν τόν τόπο οί Θεοί
επικοινωνούν μέ τούς ανθρώπους.
«Πόση είν' η άμμος ξέρω εγώ, της θάλασσας τα μέτρα.
 Καταλαβαίνω τον μουγκό, τον άλαλο ακούω.
 Μούρθε στη μύτη μυρωδιά σκληρόδερμης χελώνας,
 που βράζει σ' ένα χάλκωμα, μαζί μ' αρνίσιο κρέας.
 Κάτω έχει στρώμα από χαλκό, χαλκός είναι κι απάνω
».

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2013

Tιμολέων, ένας άγνωστος Έλληνας




Αντιλαμβάνομαι ότι ταξιδεύοντας μέσα στήν εντυπωσιακή παλέτα τής Ιστορίας,
είναι αμείλιχτη ή πληθώρα προσώπων καί γεγονότων. Αξιολογώντας τίς
προτεραιότητες τής Ζωής μας, κατά κάποιον τρόπο "εξειδικεύουμε" καί τίς
αναζητήσεις μας. Ούτως λοιπόν, λόγω τής αυταρχικής διολίσθησης πού βαλτώνει
τίς σύγχρονες κοινωνίες μας, ένα πρόσωπο απευθύνεται στόν πάλλοντα Νού μου,
κρούοντας τίς θύρες τού παρελθόντος, υπερασπίζοντας τό παρόν μας. Ο Τιμολέων ό
Κορίνθιος, ο δεινός πολέμιος τών Τυράννων.
Γεννήθηκε στήν Κόρινθο, έδρασε στήν Κόρινθο καί στήν Σικελία καί πέρασε στήν
αιωνιότητα τόν 4ο αιώνα π.κ.χ. στίς Συρακούσες. Γιός τού Τιμόδημου και της
Δημαρίστης, αριστοκρατικής καταγωγής, ήταν φιλόπατρις κι εξαιρετικά πράος,
σφόδρα μισοτύραννος καί "μισοπόνηρος" όπως τόν χαρακτηρίζει ό Πλούταρχος.

Είχε έναν πρεσβύτερο αδελφό, τον Τιμοφάνη,με τον οποίον δεν έμοιαζε
καθόλου.Κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ Κορινθίων και Αργείων, ο Τιμολέων
ως οπλίτης και ο Τιμοφάνης ως αρχηγός του ιππικού, όταν ο τελευταίος βρέθηκε
σε μεγάλο κίνδυνο εξαιτίας τραυματισμού του αλόγου του, ο Τιμολέων με κίνδυνο
της ζωής του, αφού τον είχαν εγκαταλείψει οι εταίροι τού αδελφού του, τον
προστάτευσε με την ασπίδα του, δεχόμενος πολλά χτυπήματα ακοντίων και σπαθιών,
τραυματίστηκε σε πολλά σημεία του σώματός του. Κατόρθωσε όμως να αναχαιτίσει
τους εχθρούς και να σώσει τον αδελφό του.
Οι Κορίνθιοι από φόβο μήν πάθουν από τους συμμάχους τους ό,τι είχαν πάθει και
στο παρελθόν, να χάσουν δηλαδή την πόλη τους, αποφάσισαν να συντηρούν
τετρακοσίους μισθοφόρους με αρχηγό τον Τιμοφάνη. Εκείνος αδιαφορώντας για κάθε
ιερό και όσιο, χρησιμοποίησε τη δύναμη που του εμπιστεύθηκε η πόλη σκοτώνοντας
τους επιφανέστερους των Κορινθίων, αυτοανακηρύχθηκε τύραννος. Ο Τιμολέων έφερε
βαρέως το γεγονός και την κακία του αδελφού του τη θεωρούσε και δική του
συμφορά. Συζήτησε πολλές φορές με τον Τιμοφάνη, παρακαλώντας τον να αφήσει την
τρέλλα για την παράνομη εξουσία και να επανορθώσει για τα σφάλματα που είχε
κάνει εις βάρος της πόλης του.Του κάκου όμως, τον έδιωχνε χωρίς να του δώσει
σημασία. Ο Τιμολέων τότε, μην έχοντας άλλη λύση, πήρε μαζί του από τους
συγγενείς τον Αισχύλο κι από τους φίλους τον μάντη Σάτυρο σε μια τελευταία
προσπάθεια συνέτησής του. Στην αρχή ο Τιμοφάνης, τους άκουγε γελώντας, ύστερα
όμως οργισμένος άρχισε να τους φέρεται άσχημα. Ο Τιμολέων, τραβήχτηκε στην
άκρη, σκέπασε το πρόσωπό του κλαίγοντας, ενώ οι άλλοι δύο έβγαλαν τα ξίφη τους
και σκότωσαν τον Τιμοφάνη. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός στην πόλη, οι Κορίνθιοι
επαίνεσαν τον Τιμολέοντα για την μεγαλοψυχία του επειδή πάνω από το σπίτι του
έβαλε την πατρίδα του και πάνω από το συμφέρον του, το ήθος και τη δικαιοσύνη.
Όταν όμως η μητέρα του έμαθε το γεγονός, δεν δέχτηκε ούτε να τον δει και του
έκλεισε την πόρτα του σπιτιού. Ο Τιμολέων έπεσε σε βαριά απελπισία, τα λογικά
του σάλεψαν και αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του με νηστεία. Ευτυχώς όμως,
δεν τον εγκατέλειψαν οι φίλοι του που είτε με παρακλητικό ή με βίαιο τρόπο,
κατόρθωσαν να αλλάξουν το Νου του, σώζωντάς του τη ζωή.
Έζησε σε απομόνωση είκοσι χρόνια, τιμωρώντας τον εαυτό του, μη εμφανιζόμενος
καθόλου στην πόλη, περιπλανώμενος στα πιο έρημα μέρη.
Οι Σικελιώτες ζήτησαν τη βοήθεια των Κορινθίων εναντίον των τυράννων και
των συμμάχων τους Καρχηδονίων, επιλέγοντας την Κόρινθο όχι μόνο λόγω
συγγενικών δεσμών, αλλά επειδή ήταν φίλη της ελευθερίας και ανέκαθεν πολέμιος
των τυραννικών καθεστώτων. Διότι η Κόρινθος, τους περισσότερους πολέμους τους
έκανε όχι από πλεονεξία, για να επεκτείνει την κυρίαρχία της, όπως λέει ο
Πλούταρχος, μα για χάρη της ελευθερίας των Ελλήνων.
Όταν οι πρέσβεις έφτασαν στην Κόρινθο, οι Κορίνθιοι δέχτηκαν με προθυμία να
στείλουν βοήθεια στη Σικελία. Κι ενώ αναζητούσαν στρατηγό, ένας από τον λαό
σηκώθηκε και πρότεινε τον ξεχασμένο Τιμολέοντα.
"Κι αλήθεια, η εύνοια που του έδειξη η Τύχη, κατά την εκλογή του, ήταν
αξιοθαύμαστη, αλλά και η δόξα που συνόδεψε τις κατοπινές του πράξεις, στάθηκε
σαν στολίδι πάνω στην αρετή του". (Πλούταρχος)
Ο λαός, ενθουσιασμένος, τον ανακήρυξε στρατηγό κι ο Τιμολέων δέχτηκε την τιμή.
Με μια μικρή δύναμη δέκα τριήρεων και 700 μισθοφόρων έπλευσε προς Σικελία την
άνοιξη του 344 π.Χ..
Τον άνδρα αυτόν, από την αρχή, τον συνόδευαν τα σημάδια των Θεών. Όταν τα πλοία
ήταν έτοιμα, οι ιέρειες της Περσεφόνης είδαν στο όνειρό τους τις δύο Θεές, να
ετοιμάζονται να φύγουν από την πόλη και να λένε πως πρόκειται να συνοδεύσουν
τον Τιμολέοντα στην Σικελία. Γι' αυτό οι Κορίνθιοι κατασκεύασαν ένα ιερό πλοίο
και το ονόμασαν "Δήμητρα και Περσεφόνη". Ο ίδιος ο Τιμολέων, πήγε στους
Δελφούς και πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα. Την ώρα που πλησίαζε στον τόπο των
χρησμών, έγιναν σημεία. Από τα κρεμασμένα αφιερώματα, έπεσε μια ταινία με
κεντημένα χρυσά στεφάνια και αναμνηστικά από νίκες στο κεφάλι του Τιμολέοντα.
Η εξήγηση που δόθηκε ήταν πως ο Θεός τον στεφανώνει και τον κατευοδώνει στην
εκστρατεία.
Όταν τη νύχτα ανοίχτηκε στο πέλαγος με ευνοϊκό αέρα, ξαφνικά ο ουρανός άνοιξε
πάνω από το πλοίο του Τιμολέοντα κι έβγαλε μεγάλη και λαμπερή φλόγα. Σηκώθηκε
τότε από τη φλόγα αυτή μια λαμπάδα, σαν κι εκείνη που χρησιμοποιούν στα
μυστήρια, κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση ακριβώς που είχαν και τα πλοία
του Τιμολέοντα για την Ιταλία, και στο τέλος έπεσε. Οι μάντεις έδωσαν την
εξήγηση πως το σημάδι εκείνο επιβεβαίωνε το όνειρο που είδαν οι ιέρειες κι
επομένως έστειλαν το φως από τον ουρανό για να δείξουν πως ήταν μαζί του.
Ο Ικέτης, τύραννος των Λεοντίνων, και κύριος σχεδόν όλων των Συρακουσών, πλην
της Ακροπόλεως, προσπάθησε με τους συμμάχους του Καρχηδονίους να αποτρέψουν
την διαπεραίωσή του στο νησί, ανεπιτυχώς.
Ο Τιμολέων, μέσα σε έξι χρόνια, κατόρθωσε να καταλύσει όλες τις τυραννίες του
νησιού και να κατανικήσει κυρίως τους Καρχηδονίους που επιθυμούσαν να γίνουν
κύριοι της Σικελίας. Κατάφερε να δώσει πάλι ζωή στο νησί που είχε ερημώσει από
τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους μεταξύ των τυράννων και τις εξορίες των εχθρών
της τυραννίας. Επί παραδείγματι, η πολυπληθέστερη πόλη της Σικελίας, οι
Συρακούσες, είχε απομείνει με 10.000 κατοίκους. Επανέφερε τους εκδιωχθέντες,
κι έστειλε προσκλητήριο μέσω της Κορίνθου, σε όσους Έλληνες ήθελαν να
κατοικήσουν στις Συρακούσες, υποσχόμενος καθεστώς αυτονομίας κι ελευθερίας,
όπου θα τους μοιραζόταν γη, σύμφωνα με τις επιταγές της ισότητας και της
δικαιοσύνης. Έτσι, συγκεντρώθηκαν 60.000 άνδρες χωρίς νά υπολογίζουμε
τών αριθμό τών γυναικών καί τών παιδιών, όπως λέει ο Άθανις.
Την ίδια περίοδο έγινε και η περίφημη "Δίκη των Αγαλμάτων", όπου για καθένα άγαλμα
τυράννου, διατυπώθηκε κατηγορία και ακολούθησε ψηφοφορία σαν να επρόκειτο για
τον ίδιο τον τύραννο που λογοδοτούσε για τις πράξεις του. Καταδικάστηκαν όλοι,
πλην του Γέλωνος του Α', δείχνοντας τον θαυμασμό και την εκτίμησή τους προς
τον άνθρωπο εκείνο που είχε νικήσει τους Καρχηδονίους στην Ιμέρα.
Χαρακτηριστικό είναι πως ο Τιμολέων, δεν θανάτωσε κανέναν τύραννο, παρά τους
οδήγησε πίσω στην Κόρινθο όπου και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους εξόριστοι
και ταπεινωμένοι, θεωρώντας πως ήταν όμορφο να βλέπουν οι υπόλοιποι Έλληνες
τους τυράννους καταφρονημένους.
Στην κρίσιμη και νικητήρια μάχη για τα ελληνικά όπλα εναντίον των
Καρχηδονίων, στον Κριμισό ποταμό, θεϊκά σημεία καθόρισαν πάλι την έκβασή της.
Μεγάλο μέρος από τα αμέτρητα λάφυρα στάλθηκαν στην Κόρινθο μαζί με την είδηση
της νίκης, γιατί ο Τιμολέων ήθελε την πατρίδα του να τη ζηλεύουν όλοι
βλέποντας πως εκείνης μονάχα από όλες τις ελληνικές πόλεις οι ναοί, είναι
στολισμένοι με λάφυρα όχι ελληνικά, ούτε με αναμνηστικά αναθήματα που πάρθηκαν
από σκοτωμένους ομοεθνείς και ομόφυλους, αλλά με λάφυρα παρμένα απο βαρβάρους.
Όλα αυτά τα κατορθώματα ο Τιμολέων τα απέδιδε στην καλή του Τύχη, λέγοντας πως
χρωστά ευγνομωσύνη στους Θεούς, διότι θέλοντας να σώσουν τη Σικελία διάλεξαν
εκείνον για να εκπληρώσουν τη θέλησή τους. Στο σπίτι του μάλιστα, που του
είχαν παραχωρήσει οι Συρακούσιοι ως βραβείο, έχτισε ιερό της Αυτοματίας, όπου
έκανε θυσίες και το ίδιο του το σπίτι το αφιέρωσε στην Ιερή Μοίρα. Έστειλε και
του έφεραν από την Κόρινθο τη γυναίκα του και τα παιδιά του κι εγκαταστάθηκε
μόνιμα στις Συρακούσες. Στην Κόρινθο δεν επέστρεψε ποτέ ούτε αναμείχθηκε ξανά
στα ελληνικά πράγματα.
Συκοφαντήθηκε από δύο πολιτικούς, τον Λαφύστιο και τον Δημαίνετο, για τη δράση
ως στρατηγός, διότι όπως έλεγε κι ο Σιμωνίδης "όχι μόνο όλοι οι κορυδαλλοί
πρέπει να έχουν λοφίο, αλλά και κάθε δημοκρατία τον συκοφάντη της". Ο
Τιμολέων, με την απάντησή του αποδείχθηκε πρόδρομος του Βολταίρου λέγοντας ότι
ο ίδιος με τη θέλησή του υπόμεινε τόσους κόπους και κινδύνους για να μπορεί ο
κάθε Συρακούσιος να κάνει χρήση των νόμων και να έχει το δικαίωμα της
ελευθερίας του Λόγου.
Περνώντας λοιπόν τα γηρατειά του μέσα σε τιμές και αγάπη, σαν κοινός πατέρας
όλων των πολιτών, πέθανε από μια μικρή αιτία που την έφερε ο χρόνος. Η ταφή
του έγινε μέρες αργότερα από το θάνατό του, για να ετοιμάσουν οι Συρακούσιοι
την κήδευση που του άξιζε. Το νεκροκρέββατό του, το σήκωσαν νεαροί που είχαν
επί τούτου εκλεγεί με ψηφοφορία και το πέρασαν καταστόλιστο μέσα από τα
ανάκτορα του τυράννου Διονύσιου. Την ταφή συνόδευαν μυριάδες άνδρες και
γυναίκες που παρουσίαζαν θέαμα εορτής που ταίριαζε με την περίσταση. Όλοι ήταν
στεφανωμένοι, φορούσαν ρούχα καθαρά, ενώ οι φωνές και τα δάκρυά τους έσμιγαν
με το μακαρισμό του θανόντος. Τέλος, όταν το νεκροκρέββατο τοποθετήθηκε στη
φωτιά, ο Δημήτριος, ο πιο βροντόφωνος από τους κήρυκες, απήγγειλε τα παρακάτω
λόγια:
"Τον Κορίνθιο αυτόν άνδρα, τον Τιμολέοντα, το γιο του Τιμόδημου, ο λαός
των Συρακουσών τον θάβει με κηδεία που αξίζει 200 μνες. Αποφάσισε, να τον τιμά
στους αιώνες των αιώνων με αγώνες μουσικούς, ιππικούς και γυμνικούς, επειδή
γκρέμισε τους τυράννους, κατανίκησε τους βαρβάρους, έφερε ανθρώπους και
κατοίκησαν τις πιο μεγάλες πόλεις που είχαν ερημωθεί και χάρισε στους
Σικελιώτες νομοθεσία".
Το σώμα του το έθαψαν στον τόπο των λαϊκών συνελεύσεων.
Αργότερα έχτισαν στοές γύρω από τον τάφο του, κατασκεύασαν παλαίστρες και το
έκαμαν γυμναστήριο για τους νέους και το προσηγόρευσαν Τιμολεόντιον. Οι ίδιοι,
εφαρμόζοντας το πολίτευμα και τους νόμους που καθιέρωσε ο Τιμολέων, έζησαν
ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια.   

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Η συμφωνία των κρίκων

Καθώς των φύλλων, απαράλλαχτη κι η φύτρα των ανθρώπων:
άλλα απ᾿ τα φύλλα ρίχνουν οι άνεμοι στο χώμα κι άλλα πάλι
το δάσος ξεπετά τ᾿ ολόχλωρο την άνοιξη· παρόμοια
και των θνητών η μια ξεπέταξε κι η άλλη γενιά πεθαίνει.

Ιλιάδα

Είναι συνήθως η φύση του ανθρώπου τέτοια, μικρά απολιθωμένα εγώ, καταπλακωμένα από την άμμο της κλεψύδρας του αμετανόητου χρόνου, ζυμωμένα υπό την πίεση των κοινωνικών πλαισίων, που δύσκολα τον αφήνει να αντιληφθεί το μεγαλείο της άχρονης συνέχειας, την αόρατη κι αδιάκοπη σκυταλοδρομία που αιώνες τώρα διεξάγεται στο στίβο της γης. 
Ο κόσμος μας, αυτή η ολόκαινος εποχή, αυτό το βιολογικό μιλφέιγ, δεν είναι μόνο όσα επιφανειακά παπαγαλίσαμε, σκεπάζοντας τα ίχνη της λαίμαργης παροδικότητάς μας με άχνη. Είναι προ πάντων όσα καταβυθίστηκαν. Θεμέλιοι λίθοι και στοιχειά, ενός φυγόκεντρου παρόντος. Ακούμε το τρίξιμο της αλυσίδας που μας ενώνει με το παρελθόν, μα δεν την βλέπουμε. Σαν μικροί σκαπανείς, σκάβουμε στο περιθώριο των βιβλίων ν' ανακαλύψουμε τους χαμένους κρίκους. Κι ενώ διαβάζουμε για "σεισμούς" και "κινήσεις τεκτονικών πλακών" που ανέτρεψαν στο παρελθόν ολόκληρες βιβλιοθήκες, εξακολουθούμε να κολλάμε τα post-it της αδιαφορίας στην πρόχειρη σκαλωσιά των πολύτιμων δεδομένων μας. Κι αν τύχει να κουνηθεί το έδαφος κάτω απ' τα πόδια μας, έχουμε την ψευδαίσθηση πως συνέρχεται η ολομέλεια της τελειωτικής συντέλειας του κόσμου, μ' επίτιμο καλεσμένο την Αυτού Ασημαντότητά μας.

Κλεισμένοι στο καβούκι που χτίσαμε με φυλλάδες εφημερίδων, μονώσαμε το παρόν κι απομονωθήκαμε. Είναι αδύνατον πια να αντιληφθούμε πως όσα ζούμε έχουν ξαναγίνει και πως όσα θα γίνουν εξαρτώνται κι από το μοναδικό μας λιθαράκι.
Μ' ακόμα κι αν είμαστε πολύ μικροί για να δούμε τη μεγάλη εικόνα, οφείλουμε τουλάχιστον να αντιληφθούμε το ειδικό βάρος της σκυτάλης που μεταφέρουμε. Γιατί όσα δεδομένα κι αν προλάβουμε να καταχωρήσουμε στους καταλόγους του μυαλού μας, θα γίνουν χαμένοι κρίκοι και στοιχειά αν δεν τα μεταδώσουμε στα παιδιά μας.

"Αν στο λιγοστό κάθε τόσο προσθέτεις κι από λίγο, πολύ σύντομα το μικρό, μεγάλο θα γίνει". Ησίοδος

Στον τόπο μου πια με καλεί ένα άψυχο κοχύλι, που μου μιλά σαν ζωντανό, κι ας το ’χουνε σκοτώσει.
 Θέογνις Μεγαρεύς

Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Όταν γελά ό πικραμένος

 

Τό ερώτημα τού καιρού μας είναι πόσο ακόμη θ' αντέξει ό Έλληνας τήν λαίλαπα τών χυδαίων καί πρωτοφανών μέτρων είς βάρος του καί μάλιστα έν καιρώ ειρήνης.
Τήν απάντηση μάς τήν δίνει γιά μιά ακόμη φορά τό βάθος τής ιστορίας μας...
Ο Διονύσιος ο Πρεσβύτερος, γιος του Ερμοκράτη, ήταν από τό  431 κ.χ. – 367 κ.χ. τύραννος των Συρακουσών. Ήταν ωμός, δεσποτικός και φιλόδοξος σαν χαρακτήρας, δύσπιστος προς όλους και θανάτωσε πολλούς πολίτες του κατά τους πολέμους του, για να προμηθευτεί χρήματα δημεύοντας τις περιουσίες τους. Θεωρούσε τον εαυτό του μεγάλο ποιητή και στην αυλή του φιλοξενούσε ποιητές και φιλοσόφους επειδή του άρεσε να τον κολακεύουν, αλλά δεν ανεχόταν τις επικρίσεις τους, γι' αυτό άλλωστε και διέταξε να εκδιωχθεί από τις Συρακούσες ο Πλάτων, τον οποίο εκείνη την περίοδο τον φιλοξενούσε ο φίλος του Δίων, γυναικάδελφος του Διονύσιου.
Κάποτε επέβαλε χρηματική εισφορά στούς Συρακουσίους, καί μετά, βλέποντας νά οδύρονται καί νά παρακαλούν λέγοντας ότι δέν έχουν, διέταξε νά επιβληθεί κι άλλη εισφορά, καί αυτό τό έκανε άλλες δύο ή τρείς φορές. Όταν όμως, μετά από διαταγή του γιά επιβολή περισσοτέρων χρηματικών εισφορών, οί Συρακoύσιοι γελούσαν μέ τήν διαταγή του, τόν περιγελούσαν κι αστειεύονταν, διέταξε τούς αξιωματούχους του νά σταματήσουν καί νά πάρουν πίσω τά μέτρα λέγοντας:
"Τώρα πράγματι δέν έχουν τίποτα καί μάς καταφρονούν"

Πλούταρχος
Βασιλέων αποφθέγματα καί στρατηγών


Απλώς γέλα και όλο το ζήτημα παύει να υφίσταται
Osho