Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Η αέναη επιστροφή του Καβάφη

Για τους ανθρώπους που ανεπαισθήτως έχουμε κλειστεί έξω απ ΄τα Τείχη, ο Καβάφης, πάντα έφηβος, πάντα νοσταλγικός, μας συντροφεύει με την άχρονη ποίησή του, αυτή που αναγεννάται με κάθε ανάγνωση και γεννά κάτι διαφορετικό μα πάντα σύγχρονο.
Ίσως επειδή οι άνθρωποι, τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής, ανέκαθεν διακόπτουμε τα σχέδια των Θεών ακολουθώντας τα ίδια μοτίβα της τόσο προβλέψιμης φύσης μας.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Όπως ο ίδιος ο ποιητής σχολιάζει για τα "Τείχη",
"Εις αυτό ο ποιητής έχει υπόψιν του τον άνθρωπον εις τον οποίον λείπουν εκείνα τα προσόντα, τα τιποτένια, αλλά σπουδαιότατα για τες κοινωνικές επιτυχίες, με τα οποία και αυτός θα μπορούσε ν'ανέβη υψηλά όπως τόσοι και τόσοι άλλοι ίσοι του, και μερικοί μάλιστα κατώτεροί του. Χωρίς να το καταλάβη και ο ίδιος, με το να μη θέλει να σκύβη σιωπηλά εμπρός σε κάθε πρόληψι της εποχής του, να μη θέλει να συμμορφούται με το σοφό guarda e passa εμπρός σε κάθε κοινωνική σαπίλα, με το να έχη διαφορετικά ιδανικά από τους συγχρόνους του, του έκτισαν γύρω του τείχη και τείχη ανυπέρβλητα που τον έχουν χωρίσει από τον άλλο κόσμο [...]"
Και παρά το ότι όταν γράφονταν τα Τείχη από τον Καβάφη το 1896, ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας για τον από οικονομικά ελατήρια αποκλεισμό του από τη ζωή της κοσμικής Αλεξάνδρειας και έμμεσα μια κριτική για την κάστα εκείνη που αποφάσιζε ποιος είναι αριστοκράτης ή όχι, στο πέρασμα του χρόνου το νόημα χάνει την όποια προσωπική χροιά κι αποκτά πανανθρώπινο, συμπαντικό χαρακτήρα.

80 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Αλεξανδρινός ποιητής ολοκλήρωσε το προσωπικό του ταξίδι, αφήνοντας πίσω του πλούσιους κληρονόμους που σκύβουν πάνω από τα ανεκτίμητα ποιήματά του. Αυτό που απομένει είναι ν' ανακαλύψουμε αν τολμάμε να ζήσουμε δίχως τους βαρβάρους. Αν μπορούμε να σταθούμε με αξιοπρέπεια έξω από τα Τείχη που υψώνονται κάθε στιγμή, πόσο μπορούμε να μην κάνουμε τη ζωή μας ξένη φορτική...

Όσες φορές κι αν διαβάσω τα ποιήματά του, κάθε φορά θ' ανακαλύπτω ένα που μου είχε διαφύγει (;), αυτό που περίμενε την κατάλληλη στιγμή σαν το χαμένο χιλιοστό κομμάτι του παζλ που έλειπε για να συμπληρώσω άλλο ένα καρέ της προσωπικής μου διαδρομής.


Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933
ψυχή μου κα γάπη γεννήθηκαν τν δια μέρα.  (Μ.Πολυδούρη)

Πέμπτη 25 Απριλίου 2013

Σελήνη


Στ' Ουρανού τά δώματα περιπλανιέσαι
Κόρη ευάστερε
σύ πού τά κορίτσια συμβουλεύεις
τή Ζωή νά ρουφούν
τού Θανάτου τίς μυλόπετρες νά μήν φοβούνται.
Πότε κοριτσάκι στά πρώτα του βήματα
στήν Αρτέμιδα νά εύχεται,
πότε έφηβη Σελήνη νά αστροποβολά στού Κόσμου τό κατώφλι,
πότε γυναίκα ώριμη
ν' αγγίζεις τούς τρείς κόσμους
τής Βασίλισσας Εκάτης,
καί πότε Κόρη νά σαλεύεις στού κάτοπτρου
τό βάθος.
Καλπάζουν τών θνητών οι χυμοί
στό πρώτο θεαμά σου
καί η Νύχτα χαμογελά σάν σκαρφαλώνεις
στού σκοταδιού τή σκάλα.
Η ασημιά σου λάμψη προσηλύτισε όλους τους ποιητάδες
η χάρη σου εγκυμονεί τίς θάλασσες τού κόσμου.
Στό παλάτι σου Ενδυμίωνες, αγέραστοι κι αθάνατοι
τού Ύπνου ικέτες προσέρχονται
άνδρες αδάμαστοι αφιερώνονται σ' εσένα.
Σύ η εικόνα τής κυκλικής ροής τού Παντός
ακοίμητη λυχνία σέ σένα αφιερώνουν.
Τά κορίτσια στ' ονομά σου αποχαιρετούν τόν ολόλευκο τόν κρίνο
τά τριαντάφυλλα ασπάζονται μουσκεύοντας μέ αίμα τό κορμί τους
γυναίκες γίνονται
εξορίζοντας τήν παιδικότητά τους.
Τά Ιερά τά Όσια ασπάραχτα τά δίνεις
μέ νερό καθάριο, πλακούντα καί μελόπιτες
τήν έγνοια σου ζητάω
κι εκλιπαρώ στό στιλπνό σου Φώς
πού τήν Νύχτα ντύνεις
νά χαίρομαι νά γελώ καί νά ονειροπολώ
καρδιώνοντας τήν Φύση μου
φορώντας τόν Λυρισμό τής Πανσελήνου.


 

Δευτέρα 22 Απριλίου 2013

Δάφνη


Η αγαπημένη τού Θεού Απόλλωνος, κόρη τού Πηνειού ή τού Λάδωνος καί τής Γαίας.
Πολλοί τήν ερωτεύθηκαν, μά εκείνη δέ νοιαζόταν καί όλους τούς απόφευγε.
Προτιμούσε μονάχη στά δάση νά πλανιέται, σάν τήν Άρτεμη αγνή κι ανέγγιχτη νά μείνει.
 Κι ο Θεός ο Φωτοδότης αφού τόν Πύθωνα εξόντωσε, τόν γιό τής Αφροδίτης τόν
Έρωτα ειρωνεύθηκε γιά τά δικά του βέλη. Κι εκείνος από θυμό, τήν καρδιά τού
Θεού σαϊτεψε κι Έρωτα τού ενέπνευσε γιά κείνη. Μέ τά λόγια ο Θεός δέν μπορεί
νά τήν μεταπείσει, η Νύμφη τρέχει νά σωθεί στήν αγκαλιά τού δάσους, μά ο
Απόλλων μη θέλοντας τά κάλη της νά χάσει τήν παίρνει στό κατώπι. Η φυγή τήν
έκανε πιό όμορφη νά μοιάζει, μέ τά λυτά μαλλιά της ν' ανεμίζουν στόν αέρα. Ο
Έρωτας έχει δώσει τού Θεού φτερά, τή Νύμφη πλησιάζει, σχεδόν μπορεί νά τήν
αγγίξει καί τών μαλλιών της τ' άρωμα ρουφά μέσα σέ μέθη.
Η Δάφνη αποκαμωμένη πιά τήν Μάνα της τήν Γή επικαλείται μέ προσευχή
σπαραχτική.
"Μητέρα βόηθα με κι άλλαξε τήν μορφή μου, γιατί είναι αιτία τής συμφοράς μου"
Καί η Μάνα της τήν άκουσε, μούδιασε τό κορμί της, λεπτός φλοιός κάλυψε τούς
μαστούς της. Τά χέρια της έγιναν κλαδιά καί τά μαλλιά της φύλλα, τά πόδια της
ευθύς στή γή ριζώσαν. Τ' όμορφο προσωπό της κάλυψε η φυλλωσιά τού θάμνου.
Μά ο Θεός φιλέσπλαχνος δέν έπαψε νά τήν θέλει. Τόν κορμό της μέ τήν λάμψη του
αγγίζει καί κάτω από τόν λεπτό φλοιό ακούει τήν καρδιά της. Κόβει μερικά
κλαδιά, μέ τό σώμα της στεφάνι πλέκει καί στό κεφάλι του φορεί αιώνια δικό
του. Προτρέπει τούς θνητούς νά πράτουνε τό ίδιο γιά προστασία από κάθε είδους
"κακού". Κάθε εννέα χρόνια πολλές Ελληνικές πόλεις εόρταζαν τά Δαφνηφόρια.
Στήν Θήβα η Πόλη τιμούσε τόν Θεό μέ μεγαλόπρεπη πομπή, όπου χορός παρθένων μέ
κλαδιά δάφνης στά χέρια τραγουδούσε στόν Απόλλωνα τά Δαφνηφορικά.


Διαχρονικά η δάφνη μάς δηλώνει τήν διάκριση στήν μάχη, στίς τέχνες καί στά
γράμματα. Είναι γνωστές οι φράσεις "έδρεψε δάφνες" ή "αναπαύεται στις δάφνες
του".Στη γλώσσα των λουλουδιών η δάφνη είναι το δέντρο της δόξας και τα φύλλα
της δείχνουν την απόλυτη αφοσίωση. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν ένα κλαδί
δάφνης πάνω από το κεφαλόσκαλο αν κάποιος στο σπίτι ήταν άρρωστος, ενώ ο
Θεόφραστος αναφέρει πως όλοι σχεδόν μασούσαν ένα φύλλο δάφνης για να
αποφεύγουν την κακοτυχία. Ο λαός θεωρούσε ότι η δάφνη προστάτευε από τους
κεραυνούς και τις βροντές. Λέγεται ότι ο αυτοκράτορας Τιβέριος φοβόταν τόσο
πολύ τους κεραυνούς ώστε κρυβόταν κάτω απ' το κρεβάτι του και κάλυπτε το
κεφάλι του με φύλλα δάφνης όποτε ερχόταν μπόρα. Ένα δένρο δάφνης που πέθαινε
πρόλεγε ένα θάνατο στην οικογένεια, ή μια εθνική καταστροφή. Σύμφωνα με τους
συγγραφείς της εποχής, όλες οι δάφνες στη Ρώμη μαράθηκαν πριν από τον θάνατο
του Νέρωνα. Η δάφνη όταν καίγεται και παράγει δυνατό κρότο είναι οιωνός
καλοτυχίας, ενώ δυσοίωνα είναι τα πράγματα αν η καύση της συνοδεύεται μόνο από
καπνό. Με στεφάνια από κλαδιά δάφνης τιμούσαν ποιητές, στρατιώτες και
στρατηγούς που διακρίνονταν σε μάχη και αθλητές που διακρίνονταν στους αγώνες.
Η δάφνη συνδέεται με την επιτυχία και την τιμή, γι' αυτό τα μυνήματα που
ανήγγειλαν νίκη στη μάχη τυλίγονταν με φύλλα δάφνης, ενώ οι αγγελιοφόροι που
τα μετέφεραν κρατούσαν κλαδί δάφνης. Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας
απεικονίζεται σε προτομές, νομίσματα και έργα Τέχνης. Ο Ιούλιος Καίσαρ
εκτίμησε ιδιαίτερα το ότι η Σύγκλητος τον τίμησε με το δικαίωμα να φέρει
δάφνινο στεφάνι. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι κοσμούσαν τα σπίτια τους με
δάφνες.

Η λαϊκή σοφία λέει "φύτεψε μια δάφνη κοντά στο σπίτι για προστασία από τους
κεραυνούς, πάρτε ένα δέντρο δάφνης μαζί σας αν μετακομίσετε για να σας
ακολουθεί η καλοτυχία, βάλτε ένα φύλλο δάφνης μες το μαξιλάρι σας για να έχετε
όνειρα ευχάριστα κι ευοίωνα, σπάστε ένα κλαδάκι δάφνης και δώστε το μισό στον
αγαπημένο σας για να σας είναι αφοσιωμένος".
Η δάφνη έχει και χρήση θεραπευτική. Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν φύλλα
δάφνης στα θερμά λουτρά για να ανακουφίζουν τα πονεμένα μέλη τους. Στην
πρακτική ιατρική, χρησιμοποιούσαν τον χυμό του καρπού της δάφνης ενάντια στο
δάγκωμα του φιδιού, στα τσιμπήματα εντόμων και στις μολυσματικές νόσους. Τα
φύλλα που έκοβαν από το πάνω μέρος των κλαδιών τα χρησιμοποιούσαν ως εμετικό,
ενώ από το κάτω ως καθαρτικό. Έβαζαν δάφνη στο αλεύρι και τύλιγαν με αυτή τις
γλυκόριζες και τα ξερά σύκα για να τα προστατέψουν από τα μαμούνια. Ο Νίκολας
Κάλπεπερ, άγγλος ιατρός, χρησιμοποιούσε το λάδι της για να σβήνει τα σημάδια
από μώλωπες, γδαρσίματα και εκδορές.  Η λέξη Bachelor, πτυχίο πρώτης βαθμίδας που έχουν οι Άγγλοι προέρχεται από τίς λέξεις Bacca-laureus πού σημαίνει καρπός δάφνης γιατί καί αυτοί έχουν τό φυτό ως σύμβολο σοφίας!
Τ' ονομά της τίμησαν δεκάδες πόλεις καί χωριά, δήμοι καί διαμερίσματα. Γυναίκες όπως η κόρη τού Τειρεσία, η κόρη τού Αμύκλα, η ποιήτρια Δάφνη Αιμιλία.
Ο Λόγγος ένας από τούς πρώτους μυθιστοριογράφους έγραψε τό Δάφνις καί Χλόη.
Διάσημες όπερες τής αφιερώθηκαν, όπως αυτή τού Γιάκοπο Πέρι πού θεωρείται πώς αποτελεί ιστορικά τό πρώτο έργο όπερας  καί συντέθηκε τήν περίοδο 1594-8, τού Μάρκο ντε Γκαλιάνο, τού Χάινριχ Σιτς καί βεβαίως η διασημότερη όλων, αυτή τού Ρίχαρντ Στράους.

Τί υπάρχει σέ ολόκληρο τόν κόσμο, ωραιότερο από ένα δάφνινο στεφάνι;
Τζόν Κήτς

 

Τρίτη 16 Απριλίου 2013

Κλύτε Μοίραι


Mοίρες

 
Κυριακή πρός Δευτέρα ξύπνησα αιφνιδίως τά ξημερώματα καί ώς συνήθως αναζήτησα τά βιβλία μου. Ξεκίνησα νά διαβάζω, εμπιστευόμενος τήν Θεά Τύχη, επιλέγοντας ένα βιβλίο στά σκοτεινά. Ήταν ένα ανθολόγιο Λυρικής ποίησης. Ακολουθώντας μιά παραπομπή, σηκώθηκα από τό κρεββάτι, οδηγούμενος απ' αυτήν, επισκέφθηκα τήν βιβλιοθήκη, καταλήγοντας στό Ανθολόγιο τού Στοβαίου. Ψάχνοντας τόν αρχικό μου προορισμό, έπεσα από Τύχη αγαθή σ' έναν Ύμνο αφιερωμένο στίς Μοίρες, πού δέν είχα προσέξει μέχρι τότε. Πιασμένος από αυτό το γαϊτανάκι, ολοκληρώνω την περιστροφή του στο "Αμφότεροι".     
Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι' άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ' ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ', Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ' άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ' αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.
 
 
Ο ύμνος αρχίζει με την κλασική του μορφή "Κλύτε" επικαλούμενος τις Μοίρες, αλλά τελειώνει με έναν πρωτόγνωρο, για μένα τουλάχιστον, τρόπο. Είναι μια επίκληση που απευθύνεται στις Μοίρες για τη σωτηρία μιας πόλης, ενώ συνήθως οι άνθρωποι επικαλούνται τους μεγάλους προστάτες πολιούχους Θεούς. Οι Μοίρες βέβαια διέθεταν δικούς τους ναούς στην Θήβα και στην Κόρινθο, αλλά ο ύμνος υποδηλώνει μια λατρεία πιο σημαντική κι επιβλητική απ' ό,τι νόμιζα μέχρι τώρα, διότι οι Μοίρες δεν θεωρούνται βασικές θεότητες της πόλης. Σχετίζονται με άτομα παρά με πόλεις.

Ο ποιητής του ύμνου ακολουθεί την Ησιόδεια παράδοση λέγοντας ότι κάθονται κοντά στον Δία, που είναι γνωστός κι ως Μοιραγέτης κι είχε ναό στους Δελφούς, όπως μας λέει ο Παυσανίας κι έναν βωμό στην Ολυμπία.

Παρατηρούμε πως ο ποιητής επικαλείται την μία από τις Μοίρες χρησιμοποιώντας το όνομα Αίσα, αντί του γνωστού Άτροπος, όπως και ο Όμηρος. Οι Μοίρες παίρνουν τις αποφάσεις τους χρησιμοποιώντας τις αδαμαντένιες τους σαϊτες, υφαίνοντας τα μήδεα που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα νήμα που υφαίνεται κατά την γέννηση του ανθρώπου είναι διαδεδομένη σε όλες τις περιόδους αυτού του τόπου. Ο ποιητής διαλέγει την Αίσα για τον ρόλο που παίζει στις σχέσεις μεταξύ Θεών και ανθρώπων. Ο Αισχύλος στις Χοηφόρες την αποκαλεί Αίσα φασγανουργόν και της αποδίδει ως έργο την επιβολή της τιμωρίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, την επικαλείται κι εδώ ο ποιητής για την αποκατάσταση της πολιτικής τάξης. Στον στίχο που τις επικαλείται ως "ουράνιαι χθόνιαί τε" μας δηλώνει τη διπλή φύση των Μοιρών. Είναι συγχρόνως Ολύμπιες και Χθόνιες, πότε καθισμένες δίπλα στο θρόνο του Διός και πότε απασχολημένες με τα προβλήματα των θνητών. Και λίγο πριν το τέλος, επικαλείται τις Μοίρες προκειμένου να προτρέψουν τις ευοίωνες Ώρες να συντροφεύσουν την πόλη.
Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.
Θεογονία Ησιόδου