Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Ο Λυκαβηττός ΠΩΛΕΙΤΑΙ






Έχουν περάσει περίπου 90 χρόνια από τότε που έγινε μια προσπάθεια, υπό το "τυραννικό" καθεστώς του Πάγκαλου, να εκχωρηθεί ο λόφος του Λυκαβηττού σε ιδιώτες προς εκμετάλλευση. Παρά την απογοήτευση που γεννά το τσιμεντένιο τέρας που έμελλε να θρέψει ώστε να τραφεί μια μερίδα ανθρώπων, η ευαισθησία προσωπικοτήτων όπως ο Παλαμάς, παραμένει διαχρονική και αδιάβλητη. Ακολουθεί η έγγραφη διαμαρτυρία του όπως δημοσιεύθηκε  στην εφημερίδα "Πολιτεία", της 7ης Σεπτεμβρίου 1925,  υπό τον τίτλο:

Ο ΛΥΚΑΒΗΤΤΟΣ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ – ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΠΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑΝ ΤΟΥ


Μια μεγάλη καταστροφή απεφασίσθη. Και απεφασίσθη ιταμώς, με ελαφρότητα, με αναισθησίαν, με αναίδειαν. Δια συμβάσεως, δημοσιευθείσης εις την «Εφημερίδα της Κυβερνήσεως» της 26ης Αυγούστου (1925), παραχωρείται υπό του Κράτους εις επιχειρηματίας ο Λυκαβηττός. Οι επιχειρηματίαι ούτοι αποκτούν δικαίωμα να ισοπεδώσουν επί της κορυφής επιφάνειαν τεσσάρων χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, ίνα ανυψώσουν επ’ αυτής τριώροφον ξενοδοχείον εκ σιδηροπαγούς κονιάματος, κυκλικάς αίθουσας δια χορούς και άλλα κτίρια. Επίσης οι επιχειρηματίαι αποκτούν δικαίωμα ν’ ανεγείρουν «τόσο επί της κορυφής όσο και επί της λοιπής λοφοσειράς» οιαδήποτε άλλα περίπτερα ήθελον κρίνει σκόπιμον εις την επιχείρησίν των, λατομούντες ανενοχλήτως οπουδήποτε «δια τας ανάγκας των», αλλά και προς «αισθητικήν τακτοποίησιν» των λόφων».
Η «Πολιτεία» πιστεύει ότι ζητήματα τοιαύτα ενέχουν σημασίαν ευρύτατη και σχετίζονται με αυτήν την ψυχικήν διαπαιδαγώγησιν του Έθνους. Πιστεύει ότι όχι ασθενής ρομαντισμός και αισθηματική οπισθοδρομικότης, αλλά τουναντίον βαθειά συνείδησις ηθικής προόδου και γνησίου πολιτισμού υπαγορεύει τον σεβασμόν προς τα ιστορικά εδάφη μας. Παραχωρεί ως εκ τούτου από σήμερον τας στήλας της εις όλους όσοι, λόγω μορφώσεως, ηθικότητος και διανοητικότητος ανωτέρας, δύνανται εγκύρως να ομιλήσουν επί του μελετωμένου ανοσιουργήματος, αποτρέποντες ούτω την επικείμενην καταστροφήν. Και ενώνει μετ’ αυτών την ιδικήν της διαμαρτυρία.

Κωστής Παλαμάς
Η Τέχνη που εκυριαρχή σ’ ένα καιρό στην Αθήνα για να απομείνει του πολισμένου κόσμου κυρίαρχη, λες πως επήρε το άνθισμά της από τη φύση γύρω της. Από ένα βράχο, λες, φύτρωσαν οι Παρθενώνες και τα Ερέχθεια. Λες πως επήραν τα μέτρα τους και τις γραμμές τους οι ναοί και τ’ αγάλματα από τα γύρω βουνά που περιζώνουν τον αττικό κάμπο, από τους λόφους που γειτονεύοντας με την Ακρόπολη, τιμητικά την συντροφεύουν. Και ύστερα, και στη φαντασία των ανθρώπων και αντικείμενα του φυσικού κόσμου, καθρεφτίζονται κι εκείνα σαν έργα τέχνης. Δεν ξέρω αν αλλού πουθενά, έξω από την Αττική, παρουσιάζεται η φύση με παράστημα έτσι ανάλογα καλλιτεχνικό, αυτή σα να μιμήθηκε την τέχνη. Και αγάλια – αγάλια στο νου των πνευματικά θρεμμένων καρφώνεται η σκέψη πως οι αθηναίοι λόφοι και οι βράχοι που περικυκλώνουν, κυματιστοί, πλαστικοί, σκαλιστοί, γυμνοί, απόκρημνοι, λαμπεροί, το θείο ύψωμα, παύουν πια να είναι τρόποι, να είναι μ έ σ α για την επιτυχία όποιου σκοπού που σχετίζεται με την πρόοδο ενός τόπου. Είναι οι ίδιοι σ κ ο π ο ί , οι ίδιοι, τόποι, τολμώ να πω, ιεροί και απαραβίαστοι. Φιλόπαππος, Αρδηττός, Άρειος Πάγος, Πνύκα, Τουρκοβούνια, Λυκαβηττός, ονομαστά και ανώνυμα, είναι ιστορία και είναι ποίηση. Έτσι καθώς η Ακρόπολη από το ένα μέρος δεν ημπορεί κανείς στοχαστικός να φανταστή πώς δύναται να ξετυλιχτή σε άλλο τίποτε παρά σε ό,τι από τους αιώνες μας παραδόθηκε, ναός της σιωπής και της περισυλλογής, με τον Παρθενώνα γκρεμισμένο στέμμα του, ναός που η λατρεία των ερειπίων παίρνει και ντύνεται μέσα του όλη την εκστατική γοητεία, ανάλογα, και από το άλλο μέρος: ο Λυκαβηττός, ο αυστηρός, ο βαρύς, ο αγέλαστος. Η παράδοση καλά μας σημειώνει πως έπεσε από τα χέρια της Αθηνάς, εκεί που έτρεχε αεροπόρα. Ο Λυκαβηττός, που του λείπει κάποια χάρη αττική, ώστε ο αλησμόνητος εκείνος αττικόπληχτος, ο Περικλής Γιαννόπουλος, να τον αντιπαθή και καταφρονετικά να τον αναφέρη, μα που μας επιβάλλεται με κάποια δύναμη. Μας λέει πως δεν ήταν προωρισμένος για να πραγματοποιήσει σχέδια αξιοτίμων βέβαια και καλοπροαίρετων κυρίων και επιχειρηματιών και που με σκοπιμότητα ενεργούν, αλλά που προβάλλουν, δυστυχώς, κάποιους ονομαστικούς νόμους ομορφιάς, που απαιτούν το σέβας, καθώς οι νόμοι του αγαθού και του αληθινού. Καθώς η Ακρόπολη μας είναι, καλά κακά, η αποκρυστάλλωση του κλασσικού περασμένου, και όμως αθάνατου, ο Λυκαβηττός, καλά κακά, μας είναι το σύμβολο κάποιου απαρασάλευτου ρωμαντικού ονείρου, που και αυτό μας έρχεται από τα βάθη των καιρών. Νεοέλληνες ποιηταί τραγούδησαν το φεγγάρι, όταν υψώνεται από την κορφή του Λυκαβηττού, ντύνοντάς τον με το υπερούσιο φέγγος του. Στα 1838, 25 του Μαρτίου, μια ευγενική γερμανίδα, θρεμμένη με Σίλλερ και με Γκαίτε, καθώς αντίκρυσε το βράδυ στην κορφή του να λάμπη ένας μεγάλος σταυρός σχηματισμένος από αναμμένα ξύλα, το χαιρέτισε το φως εκείνο με παθητικούς στίχους, «φως το είπε, που φωτίζει και δε θαμπώνει», «σημάδι ιερό, το είπε, που εγγύηση μας δίνει για μέλλοντα περισσότερο ευτυχισμένα...». Θέλω να θυμίσω πως είναι προωρισμένοι των Αθηνών και οι λόφοι ακόμα να μας εξευγενίζουν τα αισθήματα, να μας υψώνουν τους λογισμούς, όχι να μας γίνωνται όργανα για ξεφαντώματα και καλοπεράσματα, πράγματα, μπορεί πραχτικά, θετικά, επιθυμητά, μα που υπάρχουν για την εφαρμογή τους σ’ εμάς εδώ τόποι και τρόποι άλλοι καταλληλότεροι.
Μόλις ο Λυκαβηττός ανέχεται το κάπως αμφίβολης καλαισθησίας πευκοφύτεμά του, γυμνός, καθώς αφέθηκε ν’ αστράφτη και να λάμπη στα φιλιά του ήλιου, και στα πόδια των αναβατών του κοπιαστικός, για να τη μεγαλώνη με το μόχθο τη χαρά της κορφής του, από όπου χάνεται το μάτι και μεθά στους ολάνοιχτους ορίζοντες.

Κωστής Παλαμάς, Εφημερίδα «Πολιτεία», 7/09/1925


Κι αυτή η ευαισθησία που φυτρώνει σαν άγριο λουλούδι στην αττική γη, χώνει τις ρίζες της βαθιά, για ν' ανασάνει οικειότητα.



Η γέννηση του Λυκαβηττού σύμφωνα με τη μυθολογία μας (απόσπασμα από την Μυθολογία των Ελλήνων, Κ.Κέρενυϊ):

Η Αθηνά πήρε από τη μάνα Γη τον Εριχθόνιο, που πατέρα του είχε τον Ήφαιστο, και ήθελε να τον μεγαλώσει κρυφά, για να μη το μάθουν οι άλλοι θεοί. Έβαλε το παιδί σε ένα κλειστό, στρογγυλό καλάθι, και το έδωσε στις τρεις θυγατέρες του Κέκροπος να το φυλάγουν και αυστηρά τους απαγόρευσε να το ανοίξουν. Όταν απομακρύνθηκε έπιασε τα κορίτσια η περιέργεια – προ πάντων την Άγλαυρο. Λέγαν πως αυτή άνοιξε το καλάθι. Υπάρχει μια σύγχιση σχετικά με το τί αντίκρυσαν (ένα φίδι, ένα παιδί που το φύλαγαν δυο φίδια, με φιδίσια πόδια). Τρελάθηκαν από το θέαμα και πήδησαν κάτω από ένα ψηλό βράχο, πάνω στον οποίο στήθηκε αργότερα η Ακρόπολη. Σύμφωνα με τον μύθο, η Αθηνά, αφού εμπιστεύτηκε το καλάθι στις αδελφές, πήγε στην Παλλήνη να μεταφέρει έναν βράχο, για να στερεωθεί ο πύργος του Κέκροπος, που θα γινόταν η Ακρόπολη της Αθήνας. Τη στιγμή που επέστρεφε με το τεράστιο λιθάρι, πέταξε και την συνάντησε μια καρακάξα, που την πληροφόρησε για την παραβίαση του μυστικού της. Άφησε από τα χέρια της οργισμένη το λιθάρι να πέσει κι έτσι έγινε ο λόφος του Λυκαβηττού.


Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Ραμνούς, Ιερό Νεμέσεως

Με αφορμή μια πρόσφατη περιήγηση στον Ραμνούντα, τον καλύτερα διατηρημένο αρχαίο δήμο της Αττικής, που ανήκε στην Αιαντίδα φυλή. 

Διαβάζουμε, σύμφωνα με τον Παυσανία, στα Αττικά του:
Πηγαίνοντας από τον παραλιακό δρόμο στον Ωρωπό, ο Ραμνούντας απέχει εξήντα στάδια από τον Μαραθώνα. Εκεί τα σπίτια των κατοίκων είναι δίπλα στη θάλασσα. Λίγο πάνω από τη θάλασσα, υπάρχει ιερό της Νέμεσης, που είναι η πιο αμείλικτη απ’ όλους τους θεούς απέναντι στους ασεβείς. Και τους βαρβάρους, που αποβιβάστηκαν στον Μαραθώνα, φαίνεται πως τους βρήκε η οργή αυτής της θεάς, γιατί νομίζοντας πως τίποτα δεν θα στεκόταν εμπόδιο να υποτάξουν την Αθήνα, είχαν φέρει μάρμαρο από την Πάρο για να κατασκευάσουν τρόπαιο σαν να είχαν ήδη νικήσει.
Στο μάρμαρο αυτό σκάλισε ο Φειδίας άγαλμα της Νέμεσης. Στο κεφάλι της θεάς έβαλε στεφάνι που είχε ελάφια και μικρά αγάλματα Νίκης. Στο ένα χέρι της κρατάει κλαδί μηλιάς, ενώ στο δεξί φιάλη, που πάνω της απεικονίζονται Αιθίοπες. Δεν μπορώ ούτε ο ίδιος να εξηγήσω την απεικόνιση Αιθιόπων ούτε θα δεχόμουν τη γνώμη όσων λένε ότι γνωρίζουν, ότι δηλαδή τους σκάλισαν εκεί εξαιτίας του ποταμού Ωκεανού, γιατί οι Αιθίοπες κατοικούν σε αυτόν και ο Ωκεανός είναι πατέρας της Νέμεσης.
..........................
Ούτε αυτό το άγαλμα της Νέμεσης, ούτε κανένα από τα παλιά έχει φτερά. Φτερά δεν έχουν ούτε τα πιο ιερά ξόανα της Σμύρνης. Αργότερα όμως – γιατί την ήθελαν να παρουσιάζεται ως συνέπεια του έρωτα – της έβαλαν φτερά, όπως του Έρωτα. Τώρα θα αναφερθώ στα ανάγλυφα πάνω στο βάθρο του αγάλματος, αφού εξηγήσω πρώτα αυτό, για να γίνει σαφέστερο. Οι Έλληνες θεωρούν μητέρα της Ελένης τη Νέμεση και ότι η Λήδα μόνο τη θήλασε και την ανέθρεψε. Πιστεύουν ακόμη, και αυτοί και όλοι, ότι ο πατέρας της Ελένης ήταν ο Δίας και όχι ο Τυνδάρεως.
Ο Φειδίας, έχοντας ακουστά αυτή την ιστορία, παράστησε τη Λήδα να παραδίδει την Ελένη στη Νέμεση. Κατασκεύασε και τον Τυνδάρεω με τους γιούς του κι έναν άνδρα με το όνομα Ιππέας δίπλα σε άλογο. Ακόμη τον Αγαμέμνονα, τον Μενέλαο, τον Πύρρο, τον γιο του Αχιλλέα, που ήταν ο πρώτος άνδρας της Ερμιόνης, της κόρης της Ελένης. Τον Ορέστη τον παρέλειψε, επειδή είχε σκοτώσει τη μητέρα του, αλλά παρ’ όλα αυτά η Ερμιόνη έμεινε όλο το διάστημα δίπλα του και γέννησε το παιδί του. Στη συνέχεια, στο βάθρο, υπάρχει ο λεγόμενος Έποχος και ένας άλλος νεαρός. Δεν άκουσα τίποτε άλλο γι’ αυτούς μόνο πως είναι αδέλφια της Οινόης, που έδωσε το όνομά της σε αυτό τον δήμο.

Οι μύθοι της Νέμεσης και της Λήδας μπερδεύονται σε πολλούς συγγραφείς, ξεκινώντας από την «Ελένη» του Ευριπίδη. Αρχικά ο Δίας παίρνοντας μορφή κύκνου, ενώθηκε με τη Νέμεση στον Ραμνούντα, κι έπειτα η θεά κατευθύνεται στην Σπάρτη όπου κάνει ένα αυγό, που το εμπιστεύεται στη Λήδα κι από το οποίο γεννιέται η Ελένη. Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή, το αυγό που γέννησε η Νέμεσις κύλησε από τα χέρια του Ερμή κάτω από τα πόδια της Λήδας. 

Ο ναός της Νέμεσης στον Ραμνούντα ήταν ο σημαντικότερος από αυτούς που ήταν αφιερωμένοι στη θεά. Το άγαλμα που φυλασσόταν εκεί, έργο του Φειδία, ανεγέρθη από τους Αθηναίους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης προς τη θεά μετά τη νίκη τους στον Μαραθώνα και για την κατασκευή του χρησιμοποιήθηκε το κομμάτι πάριου μαρμάρου που είχαν ξεφορτώσει οι Πέρσες εισβολείς σε εκείνη την παραλία, με σκοπό να ανεγείρουν αναθηματική στήλη όταν θα νικούσαν. 
Η Νέμεση, ως θεότητα που απονέμει δικαιοσύνη και τιμωρεί την υπεροψία, μοιραζόταν εκεί τη λατρεία της με την Τιτανίδα Θέμιδα, θεά επίσης της ισότητας , του νόμου και της δικαιοσύνης. Το άγαλμα της Θέμιδας, που χρονολογείται περί τα 300 π.κ.χ., και φέρει το όνομα του Ραμνούσιου γλύπτη Χαιρέστρατου, βρίσκεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. 

Μια ταφική οδός, κατά μήκος της οποίας οι Ραμνούσιοι έθαβαν τους νεκρούς τους, περνά δίπλα από τα ιερά της Θέμιδας και της Νεμέσεως και καταλήγει στην τειχισμένη πόλη. 


Το φρούριο του Ραμνούντα, όπως και αυτό του Σουνίου, πιστεύεται πως ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου για τον έλεγχο των πλοίων που μετέφεραν σιτηρά προς την Αθήνα. Λόγω της στρατηγικής θέσης του Ραμνούντος για τη ναυσιπλοϊα της περιοχής, οι Αθηναίοι διέθεταν εκεί φρουρά, που αποτελούνταν από τους «εφήβους», οι οποίοι υπηρετούσαν εκεί το δεύτερο χρόνο της θητείας τους. Έχουν επίσης αποκαλυφθεί δρόμοι, εκατέρωθεν των οποίων υπήρχαν σπίτια και δημόσια κτήρια, όπως ένας «θεατρικός χώρος» (350 π.κ.χ), γυμνάσιο, ιερό της Αφροδίτης, ιερό Αμφιαράου, άλλα ιερά, εκτεταμένο αποχετευτικό σύστημα, καθώς και πλήθος φρεάτων. Ιατρική φροντίδα παρείχε από τον 5ο αιώνα π.κ.χ. το μικρό ιαματικό ιερό του Αμφιαράου.







Η μεγαλύτερη ανάπτυξη του δήμου Ραμνούντος σημειώθηκε κατά τον 4ο και 3ο αιώνα π.κ.χ. Στους επόμενους αιώνες, ο δήμος ακολούθησε την ιστορική πορεία της υπόλοιπης Αττικής. Από τον 1ο αιώνα π.κ.χ αρχίζει η φθορά και η παρακμή, με εξαίρεση κάποια αναλαμπή στα χρόνια του Ηρώδη Αττικού (2ος μ.κ.χ) ο οποίος επισκεύασε τον ναό και έδωσε νέα πνοή στον χώρο για μικρό διάστημα. Γύρω στα τέλη του 4ου αι.μ.κ.χ τοποθετείται η καταστροφή του αγάλματος της θεάς Νέμεσης από τους πρώτους χριστιανούς και είναι η εποχή κατά την οποία ο χώρος, που κατοικήθηκε από τη νεολιθική περίοδο, παρακμάζει οριστικά.