Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Μια θλιβερή επέτειος


Σάν σήμερα, στίς 8 Νοεμβρίου τού 392 ο Ιβηρικής καταγωγής Φλάβιος Θεοδόσιος
Αύγουστος, αποκαλούμενος από τούς μελανοφορεμένους Μέγας καί τιμώμενος ώς
"Άγιος" (17 Ιανουαρίου Αγίου Θεοδοσίου του Μεγάλου ευσεβούς βασιλέως) μέ μιά
σειρά διαταγμάτων καθιστά παράνομη τή Θρησκεία τών Προγόνων μας.
Γιά μιά ακόμη φορά, ύστερα από τήν ωμά σκληρή μεταρρύθμιση τού Ακενατών στήν
Αίγυπτο, η ανθρωπότητα σπαράσσεται από τήν εξουσιαστική μανία τού
μονοθεϊσμού. Από τότε καί μέχρι σήμερα η Θρησκεία μας βρίσκεται υπό καθεστώς
παρανομίας. Ο βαρύς χειμώνας τής ερήμου παγώνει συνθλίβoντας τήν ανθοφορία τού
Λαού μας. Στα μέσα του 9ου αιώνα εκχριστιανίζονται με τη βία οι τελευταίοι
Έλληνες τής Λακωνίας.  Έγιναν πάμπολλες απόπειρες επαναφοράς τού πατρώου
έθους, αρχίζοντας από τόν Ιουλιανό, τόν Πλήθωνα έως και τά τελευταία 25 χρόνια
στήν χώρα μας. Δέν μπορείς νά θάψεις καί νά εξαφανίσεις μιά Φυσική Θρησκεία
ενός αιώνιου Κόσμου. Αυτή θ' αναζωπυρώνεται συνεχώς, ανανεώνοντας τό
γίγνεσθαι, υπενθυμίζοντας τήν παροδικότητα τών θνητών ανοσιουργημάτων.
Δέν επιθυμούμε μιά στείρα επιστροφή στό παρελθόν, αλλά προσπαθούμε νά
συνδεθούμε μέ τήν βιαίως κατασταλείσα παραδοσή μας, πορευόμενοι στό μέλλον.
Σήμερα οι Έλληνες Πολυθεϊστές προσπαθούμε νά βαδίσουμε στά χνάρια τής
Προγονικής Παράδοσης θεμελιώνοντας μέ τή σειρά μας ένα σύγχρονο παρόν. Όπως
λέει ο  Αλαίν ντε Μπενουά:
"Η παράδοσις δεν είναι το παρελθόν. Αυτό δεν πρέπει να σταματήση κανείς να το
λέει και να το ξαναλέει. Η παράδοσις έχει την ίδια σχέση με το παρελθόν, όπως
και με το παρόν και με το μέλλον. Βρίσκεται πέρα από τον χρόνο. Δεν αναφέρεται
σ’ αυτό που είναι αρχαίο, αυτό που είναι «πίσω μας», αλλά σ’ αυτό που είναι
μόνιμο, σ’ αυτό που είναι «μέσα μας». Δεν είναι το αντίθετο του νεωτερισμού,
αλλά το πλαίσιο, μέσα στο οποίο πρέπει να γίνονται οι νεωτερισμοί, ώστε να
έχουν σημασία και διάρκεια."
Δέν μυξοκλαίμε, ούτε τελούμε μνημόσυνα μισαλλοδοξίας. Αγωνιζόμαστε καί
απαιτούμε τή θέση πού αξίζει σέ μιά Θρησκεία πού γονιμοποίησε τόν ευγενέστερο
ίσως Κόσμο πού έζησε η Γή μας.
 

 

Σάββατο, 21 Σεπτεμβρίου 2013

Γιά τόν Παύλο

Μήν βάζεις τελεία στόν Θάνατο
στήν γειτονιά μέ τίς θύμησες νά ξενυχτήσεις
πίνοντας Ζωή από τού Άδη τό ποτήρι.
Τό ξεροκόμματο πού σέ τάισε ο χρόνος
μήν τό δαγκώσεις.
Μήν μαγαρίσεις τό σώμα σου, μέ μαχαίρι "πατριώτη".
Χάιδεψε Θεά τό στέρνο του
γουργούρισε τό μέλλον του
στήν αυλή τού Ήλιου πύρωσέ τον.
Ατέλειωτες, μακρές λιαχτίδες
μάνες νά γίνουν στό ταξίδι σου.
Γλυκόλογα χείμαρροι θά ξεπηδούν από τά στήθια μας
νά πνίγουν τά δηλητήρια πεινασμένων πτωματολάγνων.
Καθώς θά χτυπάνε τά τύμπανα τών στίχων σου
σπονδή θά χύνουμε στήν μνήμη σου.
Τήν άγρια δίψα τής Ζωής
μαύρα ανάπηρα κοράκια
μέ μιά κάμα πήγαν νά σού στερήσουν,
τό αίμα σου πηγή τής χειρότερης οδύνης τους...


Καλό Πέρασμα

Παρασκευή, 23 Αυγούστου 2013

Δημοκήδης - Τό τίμημα τού νόστου

Ο μοιραίος γιατρός


Επί τή ευκαιρία τών αλλεπάλληλων επετειών τών μαχών πού έδωσαν οι πρόγονοί μας νικηφόρα κατά τού Ασιατικού σκοταδισμού, θά γράψουμε λίγα λόγια γιά ένα πρόσωπο πού η νοσταλγία γιά τήν πατρίδα του, τόν ώθησε στήν προτροπή εκστρατείας κατά τής Ελλάδος.
Τόν Δημοκήδη τόν Κροτωνιάτη υιό τού Καλλιφώντος.
Ο Δημοκήδης ωθούμενος από τήν θυμώδη καί οργίλη φύση τού πατρός του, έφυγε γιά τήν Αίγινα όπου συνέχισε τίς σπουδές του στήν Ιατρική. Ικανότατος μαθητής έγινε ακόμη πιό σπουδαίος ιατρός, ο καλύτερος τού καιρού του.  Οι Αιγινήτες τόν διόρισαν επίσημο γιατρό τής Πόλις τους μέ μισθό ένα τάλαντο τόν χρόνο. Η φήμη του εξαπλώθηκε γρήγορα κι έπειτα από έναν χρόνο οι Αθηναίοι τού πρότειναν 10000 δραχμές(100 μνές-1 τάλαντο 6000 δραχμές). Ύστερα από τέσσερα χρόνια στήν Αθήνα ο τύραννος τής Σάμου Πολυκράτης τού έδωσε δύο τάλαντα τόν χρόνο καί ο Δημοκήδης τό 524π.κ.χ. εγκαταστάθηκε στήν Σάμο. Εκεί εντυπωσιάζει τούς πάντες κυρίως μέ τό ήθος του, ακόμη καί τόν Πυθαγόρα πού ίσως από αυτήν τήν επαφή επέλεξε τόν Κρότωνα ως τήν Πόλη πού θά υλοποιούσε τίς ιδέες του.
Τό 522 ο Πέρσης διοικητής τής Φρυγίας Οροίτης προσκαλέι τόν Πολυκράτη μέ δόλιο σκοπό τήν εξόντωσή του. Ο Δημοκήδης ακολουθεί τόν τύραννο όπως είναι φυσικό στό ταξίδι του.  Εκεί ο Οροίτης συνέλαβε τόν Πολυκράτη έβαλε να τον γδάρουν ζωντανό και έπειτα να τον σταυρώσουν, υποδούλωσε τήν συνοδεία του καί τήν έστειλε δώρο στόν Δαρείο.




Κάποτε ο Δαρείος έπεσε από το άλογο και χτύπησε το πόδι του. Φώναξε τους Αιγύπτιους γιατρούς για να τον θεραπεύσουν, αλλά αυτοί κακομεταχειρίστηκαν το πόδι του, ενώ αυτός, εξ αιτίας των πόνων, δεν κατάφερε να κλείσει μάτι για 7 ημέρες και νύχτες. Τότε πληροφορήθηκε για την παρουσία του Δημοκήδη. Τον παρουσίασαν μπροστά του ρακένδυτο και σε άθλια κατάσταση, οπότε και τον ρώτησε αν γνώριζε Ιατρική. Στην αρχή αυτός αρνήθηκε, φοβούμενος πως αν αποκάλυπτε την ιδιότητά του δεν θα έβλεπε ξανά την Ελλάδα. Ο Δαρείος το υποπτεύθηκε και διέταξε να φέρουν μαστίγια και ακίδες για να τον βασανίσουν. Φοβισμένος τότε ο Δημοκήδης, παραδέχθηκε πως ήταν ιατρός. Περιποιήθηκε το πόδι του Δαρείου, ο οποίος και θεραπεύτηκε μετά από μερικές μέρες. Για αμοιβή ο Δαρείος σκέφτηκε να του χαρίσει δύο ζευγάρια χρυσές χειροπέδες κι εκείνος τότε παρατήρησε μελαγχολικά ότι με αυτόν τον τρόπο ο δεσπότης του θα τον έκανε να νοιώθει διπλή τη δυστυχία του. Ο λόγος άρεσε του Δαρείου που σε ένδειξη ευγνωμοσύνης κι εμπιστοσύνης έδωσε διαταγή να οδηγήσουν τον Δημοκήδη στον γυναικωνίτη του. Εκεί οι γυναίκες γέμισαν χρυσάφι τον Έλληνα ιατρό αφού είχε σώσει τον βασιλιά. Έτσι ο Δημοκήδης από ξένος, έγινε ευνοούμενος του Δαρείου. Έλαβε τη μέγιστη τιμή να είναι ομοτράπεζος του βασιλιά και μπορούσε να του ζητήσει ό,τι ήθελε εκτός από το να επιστρέψει στην Ελλάδα. Πέρασε ο καιρός και η Άτοσσα, αδελφή και γυναίκα του Δαρείου, αρρώστησε. Της παρουσιάστηκε ένα έλκωμα στον μαστό, το οποίο άρχισε να απλώνεται. Φοβήθηκε και φώναξε τον Δημοκήδη να την εξετάσει. Αυτός την διαβεβαίωσε πως θα την γιατρέψει αλλά την έβαλε πρώτα να του ορκιστεί ότι θα έκανε ό,τι του ζητούσε, βεβαιώνοντάς της πως οι απαιτήσεις του δεν θα ήταν ατιμωτικές. Ο Δημοκήδης πράγματι την γιάτρεψε και της ζήτησε να πείσει τον Δαρείο να εκστρατεύσει εναντίον της Ελλάδας, μόνος τρόπος κατ' αυτόν να ξαναδεί την πατρίδα του. Η Άτοσσα κράτησε την υπόσχεσή της και συνέπεσαν οι καιροί που ο Δαρείος σκόπευε να εκστρατεύσει εναντίον των Σκυθών. Η γυναίκα του τον παρακίνησε να την αναβάλει και να επιχειρήσει εναντίον της Ελλάδος.
"Σε παρακαλώ, βάδισε εναντίον των Ελλήνων. Έχω ακούσει πολλά για τις γυναίκες της Λακωνίας και θα ήθελα να έχω μερικές για δούλες καθώς και Αργίτισσες, Αθηναίες και Κορίνθιες. Έχεις κι ένα πλεονέκτημα βασιλιά μου. Βρίσκεται στην διάθεσή σου ένας άνθρωπος που θα σου φανεί πολύ χρήσιμος για αυτή την εκστρατεία. Ο ιατρός που σου γιάτρεψε το πόδι".
Ο Δαρείος δεν πείστηκε και της αποκρίθηκε πως θα ήταν χρήσιμο να στείλει πρώτα κατασκόπους στην Ελλάδα για να τον πληροφορήσουν τί είδους λαός είναι οι Έλληνες και τότε έχοντας συγκεντρώσει πληροφορίες, να εκστρατεύσει. Φώναξε τότε 15 επιφανείς Πέρσες και τους διέταξε να συνοδεύσουν τον Δημοκήδη διατρέχοντας όλη την Ελλάδα, αλλά κυρίως να τον φέρουν οπωσδήποτε πίσω. Ο βασιλιάς φώναξε τον Δημοκήδη ανακοινώνοντάς του το ταξίδι στην Ελλάδα, δίνοντάς του δώρα για τον πατέρα του και τον αδελφό του. Πράγματι, έφυγε ο Δημοκήδης μαζί με τους 15 Πέρσες, έχοντας όμως στον νού του να μην ξαναγυρίσει. Έκαναν έναν μεγάλο περίπλου που τους οδήγησε έως τον Τάραντα της Ιταλίας, όπου ο τύραννος Αριστοφιλίδης κράτησε δέσμιους τους Πέρσες κι έτσι ο Δημοκήδης κατάφερε κι έφυγε στον Κρότωνα. Ο τύραννος τους κράτησε με πρόφαση ότι κατασκοπεύουν για λογαριασμό του βασιλιά, πράγμα που ήταν αλήθεια, αλλά χωρίς να το ξέρει. Όταν ο Αριστοφιλίδης τους άφησε ελεύθερους, οι Πέρσες πήγαν στον Κρότωνα ζητώντας πίσω τον Δημοκήδη, αλλά οι Κροτωνιάτες αρνήθηκαν κι ο ίδιος ο Δημοκήδης τούς έδωσε ένα μήνυμα για τον βασιλιά ότι είχε πάρει γυναίκα την κόρη του Μύλωνος, του περίφημου παγκρατιαστή που τον είχε ακουστά ακόμα κι ο Δαρείος.
Εδώ τελειώνει ό,τι γνωρίζουμε για τον Δημοκήδη, ο οποίος είναι σχεδόν βέβαιο πως θα έζησε μια καλή ζωή στην πατρίδα του. Είχε ρίξει όμως ήδη τον επικίνδυνο σπόρο για την Ελλάδα. Το ενδιαφέρον δηλαδή του Βασιλιά για μια χώρα που του ήταν μάλλον άγνωστη και αδιάφορη, την Ελλάδα.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Εις Αιγαίον Πέλαγος

Όσες φορές κι αν δω τον ήλιο να σβήνει τη δίψα του στο Αιγαίο, ακόρεστη μένει η λαχτάρα μου γι' αυτά τα φωτισμένα δώματα των Θεών, γι' αυτό τον επίγειο ουρανό που ξαποσταίνει στη γειτονιά μας. Πολυταξιδεμένα άστρα, γατζωμένα στο μπλε του πελάγους, ριγώ κάθε που πλησιάζει η σκέψη μου τα αγαπημένα χώματά σας.

Παρακάτω είναι ένα απολαυστικό εγκώμιο του Αίλιου Αριστείδη "Εις Αιγαίον Πέλαγος" που εκφωνήθηκε, πιθανόν στη Δήλο, το 155 μ.κ.χ. (απόδοση του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, εκδόσεις Άγρα - διατίθεται μαζί με τους Ιερούς Λόγους του ιδίου)


Ολόκληρο το πέλαγος δεν το τραγούδησε ως τώρα κανένας, ούτε ποιητής ούτε και πεζογράφος. Ο Όμηρος λέει «πόντος ιώδης» και «πόντος στο χρώμα του κρασιού» και «θάλασσα πορφυρή». Ανάλογα άλλος λέει. Και όταν κάποιοι ονομάζουν τη θάλασσα «αλμυρή» και «αυτή που βαριά βρυχάται» και άλλα παρόμοια, μάλλον τη δυσφημούν. Ούτε κι εμείς για την ώρα θα κάνουμε λόγο για τη θάλασσα όλη. Ούτε θα αναφέρουμε πόσες και ποιές οι ωφέλειές της για τους ανθρώπους. Ούτε για ποιούς μεγάλους σκοπούς την έπλασε ο Θεός. Την οφειλόμενη χάρη στο Αιγαίο θα αποδώσουμε και θα το υμνήσουμε λέγοντας πρώτον πως είναι εξαίρετη η θέση που του έτυχε. Και για μια πόλη, εκείνο που πρώτο θα επαινούσε κάποιος είναι η θέση της.
Στη μέση, αλήθεια, της οικουμένης όλης και της θάλασσας έχει βρεθεί. Στα βόρειά του αφήνει τον Ελλήσποντο, την Προποντίδα και τον Πόντο. Στα νότια την υπόλοιπη θάλασσα. Διαχωρίζει την Ασία από την Ευρώπη από το σημείο εκείνο όπου αρχικά χωρίζονται, μετά τον Ελλήσποντο. Τα πιο ένδοξα, τα πιο πολιτισμένα ανθρώπινα γένη έχει και στη μιάν ακτή και στην άλλη. Από εδώ η γη της Ιωνίας και της Αιολίας. Από εκεί η Ελλάδα. Για τούτο μόνο αυτό το πέλαγος αξίζει να πει κανείς πως βρίσκεται στο κέντρο της Ελλάδας ολόκληρης. Αν βέβαια κάποιος θεωρήσει πως οι Έλληνες και στις δύο ηπείρους είναι ένα γένος. Αν είναι οι όχθες κάποιων ποταμών διάσημες καθώς έχουν δέντρα και λιβάδια, το δίχως άλλο, και με το δίκιο τους, διάσημες είναι και οι ακτές του Αιγαίου, αφού τέτοια γένη ανθρώπων τις κοσμούν, όπως και οι Έλληνες βεβαίως που κατοικούν κοντά. Αλλά και η μεγάλη του κλίματος η ευκρασία, στοιχείο που και ευχάριστο είναι και ανεκτό σε όλες τις εποχές, αποτελεί μια άλλη του Αιγαίου υπεροχή, κατεξοχήν διάχυτη σε όλες αυτές τις περιοχές. Αυτό το φανερώνουν οι παρακάτω δυο λόγοι: και όσοι ισχυρίζονται πως είναι η Αττική που έχει τον ομορφότερο ουρανό, και όσοι λένε το ίδιο για την Ιωνία, το βέβαιο είναι πως συμφωνούν οι δύο: γύρω από αυτόν τον τόπο βρίσκεται ό,τι καλύτερο. Έτσι καθώς το πέλαγος απλώνεται πάνω από τις δυό ακτές, όποια κανείς και να υποστηρίξει σαν επικρατέστερη, δική του την έχει. Κι αν πάλι χρειαστεί, όπως συμβαίνει και σε άλλες διαφωνίες, να γίνουν αμοιβαίες υποχωρήσεις και βρεθεί η μέση οδός, όπως είπα, αυτό είναι το Αιγαίο. Συμπέρασμα: σε αυτό το πέλαγος έχει τύχει το πιο χαριτωμένο κλίμα.

Η θέση του Αιγαίου τέτοια είναι και εισέ τέτοιο μέρος του σύμπαντος βρίσκεται. Αλλά και η φύση του είναι θαυμαστή. Πρώτα από όλα το μέγεθος του πελάγους είναι αξιοθαύμαστο και εκτείνεται προς κάθε κατεύθυνση, αν τύχει βέβαια και κάποιος με ακρίβεια το μετρούσε ολόγυρα, απ’ την αρχή του ως το τέλος. Κι αν κάποιος έκανε τον κύκλο του πελάγους με καράβι, θα ξόδιαζε αμέτρητο πλήθος ημερών. Γυμνό το πέλαγος πάντως δεν είναι. Ούτε με την απεραντοσύνη του σε θλίβει κι ούτε σου προκαλεί αμηχανία – τα πελάγη του Αιγαίου είναι πολλά, πολλοί και οι κόλποι του. Και η όψη της θάλασσας αλλάζει από μέρος σε μέρος. Μπορείς να σταματήσεις το ταξίδι σου στη μέση του πελάγους και να πετύχεις και στεριά και πόλεις και τοπία. Μικρές ηπείρους, σα να λέγαμε, που η θάλασσα τις περιρρέει. Ο ίδιος μπορείς οργανωτής του ταξιδιού σου να γίνεις. Και πάλι εσύ ο ίδιος θα μπορούσες, προτού ολόκληρο το πέλαγος διασχίσεις, πίσω να γυρίσεις, έχοντας εκτελέσει εξίσου καλά τον σκοπό σου. Μα την αλήθεια, δεν χρειάζεται, όπως συμβαίνει με το πέλαγος του Ομήρου, να περάσεις μέσα από έρημη θάλασσα και να φτάσεις κατοικημένο τόπο. Δρόμος που είναι ερημικός κανείς Θεός δεν χαίρεται. Εδώ 

των Νηρηίδων οι χοροί
χαριτωμένους κύκλους με το πόδι τους κάνουν 

γιατί εδώ βρίσκεται το μέρος της θαλάσσης το πιο κατοικημένο και το πιο προκομμένο. Εδώ μπορεί κανείς να ταξιδέψει με καράβι όπου θέλει, και πάλι όπου θέλει μπορεί να περπατήσει τόπους δεν επιθυμεί να τους περιπλεύσει. Μπορείς να περάσεις σε άλλη ακτή να αράξεις και από εκεί πάλι να σαλπάρεις. Μόνο αυτό το πέλαγος είναι που δεν κατοικείται λιγότερο από όσο η ίδια η στεριά. Και πόλεις έχει σε τόση απόσταση τη μία από την άλλη, όσο θα χώριζαν και τις στεριανές πολιτείες οι ενδιάμεσες περιοχές. Από τη μια λοιπόν η αγριάδα του πελάγους και η μεγάλη έκταση όλου του ταξιδιού κάνουν το Αιγαίο πολύ τρομακτικό. Από την άλλη όμως, οι ανέσεις που προσφέρει το κάνουν ημερότατο. Και όσο φουρτουνιάζει γρήγορα, τόσο και προσφέρει τη σωτηρία. Έτσι διαφυλάσσει τη θεϊκή του φύση. Φρικιαστικό πρέπει να δείχνει για τη δύναμή του, σωτήριο για την πραότητά του.
 
Από όλα τα πελάγη, το Αιγαίο αφήνει τους πιο γλυκείς ήχους ολόγυρα απ’ τα δωρήματά του και τα δικά του πλάσματα. Όπως οι Πάνες, λένε οι ποιητές, και οι Σάτυροι που ηχολογούνε πάνω στα βουνά κι ολόγυρα απ’ τα δέντρα ως χαίρονται μέσα στον ανοιξιάτικο καιρό. Εξάλλου πολίτες και κατοίκους δικούς του έχει τούς μουσικότερους απ’ όλους τους Θεούς, Απόλλωνα και Άρτεμη. Εδώ, στον πιο χαριτωμένο τόπο της οικουμένης, εδώ τους έσπειρε ο Δίας, ο πατέρας όλων. Έτσι, για να είναι τέλειοι στης μουσικής την τέχνη. Ήταν αυτός που, αφήνοντας πίσω άλλα τρία νησιά, οδήγησε τη Λητώ εδώ στη μέση του Αιγαίου, στη Δήλο. Όρισε την Αθηνά στον δρόμο της να είναι οδηγήτρια.

Η μουσική η φύση του Αιγαίου είναι λοιπόν σε όλους ολοφάνερη. Από την πρώτη κιόλας την αρχή έστησε ένα χορό από νησιά, σαν οποιοδήποτε χορό. Πολλά ως είναι τα νησιά έχουν σταθεί στο πέλαγος σημάδια, κι ως κλίνει το ένα προς το άλλο φαίνονται, σε ναυτικούς και ταξιδιώτες, θέαμα πιο ιερό κι από τους διθυραμβικούς χορούς. Παρηγοριά στους κινδύνους και θαυμαστή ψυχαγωγία, σαν το ταξίδι πάει καταπώς σχεδιάστηκε. Νά! Όλα τα νησιά βρίσκονται και μέσα και έξω συναμεταξύ τους. Μοιάζουν ωσάν τα πολλά καϊκια που κινούν για ψάρεμα σε εποχή καλοκαιριού και πριν φυσήξει ο Ζέφυρος. Για όποιον έρχεται από τ’ ανοικτά, τα όσα βλέπει, και από πρύμη και από πλώρη, ένα τείχος όλα, που καταλήγει πάντα σε ένα νησί. Απορεί λοιπόν στην αρχή ποιό μέρος πρέπει να βρει για να περάσει ανάμεσα. Τί κάνουν τα καράβια όταν τρέχουν για βοήθεια; Αυτό κάνουν και τα νησιά σε όσους μες σε τρικυμία κινδυνεύουν: τους συναντούν ωσάν να τους απλώνουνε το χέρι και τους καλούν κοντά τους. Τέτοιας λογής τα φιλοτεχνήματα του Αιγαίου, όπως αναμειγνύεται μαζί στεριά και πέλαγος. Σαν τα ελάφια τα κατάστικτα, ωσάν της λεοπάρδαλης το δέρμα, ανάμεικτα έχουν και χρώματα και βούλες. Λαμπρύνεται πάσα η θάλασσα από την αίγλη των νησιών. Κι ούτε μπορούν να παραβγούν σε αυτή την ωραιότητα, σε τούτα τα στολίδια και στις δυό στεριές τα ολάνθιστα λιβάδια, και ό,τι άλλο ο νους του ανθρώπου θα επινοούσε. Μα φυσικά. Όλα που έχει η στεριά ευρίσκονται κι εδώ στις χώρες αναμεσής στο πέλαγος. Όμως οι δυό στεριές το κάλλος το δικό του δεν το έχουν. Όπως ο ουρανός είναι με τα άστρα καταστόλιστος, έτσι και του Αιγαίου τα νερά είναι με τα νησιά του καταστόλιστα.

Ακόμη κι ένας που δεν έχει ανάγκη για ταξίδι, και μόνο για ένα λόγο θα ταξίδευε – να διαπλεύσει το Αιγαίο. Από όλα τα πελάγη κι από όλα όσα βρίσκονται πάνω στη γη, αυτό είναι το ωραιότερο. Της ομορφιάς λοιπόν η ιδιότητα σύμβολο του Αιγαίου. Και το σημείο από όπου ξεκινά η ομορφιά, θα λέγαμε, είναι εκεί όπου αρχίζουν να υπάρχουν τα νησιά μόλις περάσεις πάνω από τη στείρα θάλασσα.

Μονάχα το Αιγαίο δεν μπορείς να πεις πως είναι ατρύγητο. Ούτε γυμνό ούτε και άκαρπο είναι. Εις το καλό κρασί εξαίρετο, εύφορο στο σιτάρι και σε όλα που γεννούν οι εποχές. Ψαρότοπος είναι και τόπος κυνηγιού καλού έτσι που, ως είπε ο Όμηρος, πρέπει η θάλασσα να είναι των Μακάρων. Έχει ό,τι χρειάζεται κανένας, όλες τις ηδονές και τα θεάματα όλα. Γεμάτο από λιμάνια, γεμάτο τόπους ιερούς, γεμάτο από αυλούς και από παιάνες, από πηγές και ποταμούς. Τροφός του Διονύσου είναι, το ίδιο πολυαγάπητο στους Διόσκουρους και τις Νύμφες. Χαρίζει στους κατοίκους του τήν πάσα ευδαιμονία της ζωής. Για τους εμπόρους είναι κερδοφόρο, σωτήριο σε όσους δείχνει ευμένεια.
Όπως εις ένα ωραίο σώμα και η αρχή του και το τέλος του είναι αρμονικά, έτσι, το δίχως άλλο, και εις αυτό μόνο το πέλαγος και η αρχή του και το τέλος του  είναι χαριτωμένα. Αρχίζει από την πρώτη αλυσίδα των νησιών στον νότο και τελειώνει στον πορθμό του Ελλησπόντου, που ως τον περιβρέχει πλάθει χερσόνησο πανόμορφη. Συμβαίνει αυτό που λέγεται συνήθως: Η ομορφιά του φτάνει απ’ το κεφάλι ως τα νύχια. Όμως, πόσο πολλοί είναι οι όρμοι του, πόσο πολλοί οι κόλποι του και ποιά η ομορφιά τους αδύνατον να πει κανείς. Και όσο πιο πολύ φοβούνται το Αιγαίο, τόσο και πιο πολύ ποθούν όλοι για δεύτερη φορά να το περάσουν. Οι άνθρωποι που διαπλέουν το Αιγαίο το κάνουν για τις προσδοκίες μεγάλης ηδονής. Αγώνες και εορτές μυστηρίων και όλες της Ελλάδας οι καλοσύνες είναι που γεμίζουν το Αιγαίο με ταξιδιώτες. Από παντού αυτό συνάγει και προσφέρει κάθε κομψότητα και ευγένεια. Και υπηρετεί τους πιο επιφανείς Θεούς, παρέχοντάς τους από τα κάλλιστα θεάματα τα πιο τερπνά.
Αυτή είναι η προσφορά μας, ω φιλικό, ω σωτήριο Αιγαίο. Ύμνος με τη δική μας μουσική.
Αν χάρηκες, προστάτευέ με πάντα. Μαζί και τους συνταξιδιώτες.

 

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2013

Το Πείραμα της Φιλαδέλφειας



Σκαλίζοντας τα ερτζιανά, Σάββατο απόγευμα, αλλάζοντας ταυτόχρονα λωρίδες στην εθνική, κάπου στο ύψος της Φιλαδέλφειας, προσπαθώντας να αποφύγω μα και να συντονιστώ με το απρόβλεπτο, έπεσα πάνω σε μια γνώριμη φωνή. Αυτή του Χρήστου Δασκαλόπουλου.

Το πρόσφατο ραδιοφωνικό κενό που άφησε πίσω του το Τρίτο Πρόγραμμα, αυτό που συνόδευε τις κάθιδρες καλοκαιρινές αποδράσεις με δροσερές αναμεταδόσεις της Μετροπόλιταν Όπερα σκηνής, είχε μείνει ακάλυπτο μέχρι χθες.

Άγνωστα συγκροτήματα της ανεξάρτητης σκηνής, ένα από τη Νέα Ζηλανδία, κάποιο από μια συνοικία της Νέας Υόρκης, ακυκλοφόρητοι ιπτάμενοι δίσκοι, παρθένα νησιά ξεπρόβαλαν στον χάρτη ενός άγνωστου μουσικού κόσμου που τα πρησμένα πόδια μου ορκίζονταν πως είχαν εξερευνήσει. Σαν τον Βάσκο ντα Γκάμα, έπιασα τυχαία μια στοίβα cd από το διπλανό κάθισμα κι έτεινα το χέρι να συναντήσει το βλέμμα μου. Τα δισκάκια δεν ήταν άλλο από ευτελή καθρεφτάκια που φιλοξενούσαν τη μορφή ενός έντρομου ιθαγενή.   

Η φωνή του Δασκαλόπουλου συνέχιζε την ξενάγηση στο Τρίγωνο των Βερμούδων, με την ανεπητίδευτη σιγουριά ενός ανθρώπου που είχε οικειοποιηθεί το άγνωστο.

Σημείωσα νοερά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου όσα ονόματα και συντεταγμένες μπορούσα, αν και ήμουν σίγουρη πως καμμία γνωστή μηχανή αναζήτησης δεν θα έδινε σχετικά αποτελέσματα.

Κρατώντας για ώρες τα cd στο χέρι μου, αναρωτήθηκα, πόσο "ιθαγενής" έχω γίνει τελικά στη χώρα που αναπαράγει αφειδώς δίσκους σερβιρίσματος και ντράπηκα για την ευκολία με την οποία απαξιώνουμε γενιές και κόσμους που νομίζουμε πως γνωρίζουμε.

 


Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2013

Η πρώτη σύγκρουση

Συλοσών

Ο παντοδύναμος καί μισότρελλος Πέρσης βασιλιάς Καμβύσης Β΄εισβάλει στήν
Αίγυπτο τό 525 π.κ.χ.  γκρεμίζοντας Ναούς, σφάζοντας Ιερείς και 30.000 απλού
Λαού.
Εκείνη τήν εποχή βρίσκονταν στήν Αίγυπτο όπως συνηθίζονταν καί πολλοί Έλληνες
έμποροι, μισθοφόροι ή απλοί ταξιδιώτες. Εδώ ο τόπος καί ο χρόνος θά
συνεργαστούν γιά νά χαρίσουν στήν αχόρταγη ιστορία  κάτι πού έμοιαζε μέ
παραμύθι, αλλά κατέληξε σέ σύγκρουση.
Ανάμεσα στούς Πέρσες μηλοφόρους (σωματοφύλακες) ήταν καί ο Δαρείος (Dārayawuš 
«αυτός που παρέχει το καλό»), άσημο σχεδόν πρόσωπο εκείνη τήν εποχή. Μεταξύ
τών Ελλήνων ήταν καί ο Συλοσών, αδελφός τού Τυράννου τής Σάμου Πολυκράτη πού
θανάτωσε μέ βάρβαρο τρόπο ό Σατράπης τών Σάρδεων Οροίτης πού αφού τόν συνέλαβε
μέ δόλο, έβαλε να τον γδάρουν ζωντανό και έπειτα να τον σταυρώσουν.
Μιά ημέρα ο Συλοσών περπατώντας αμέριμνος, φορούσε έναν πανέμορφο μανδύα
(χλανίδα) πού είχε αγοράσει από τήν Μέμφιδα. Ειδών αυτόν ο Δαρείος, τού άρεσε
τόσο πολύ πού πλησίασε τόν Συλοσώντα ρωτώντας τον άν τόν πουλούσε. "Θείη Τύχη
χρεώμενος" τού απεκρίθη:
"Τόν μανδύα μου δέν τόν πουλώ σέ καμιά τιμή, αλλά σού τόν χαρίζω, άν θέλεις
οπωσδήποτε νά τόν αποκτήσεις". Ο Δαρείος ευχαριστήθει πολύ καί πήρε τόν
μανδύα.

Τά χρόνια κύλησαν ο Καμβύσης αποτρελλάθηκε καί πέθανε, έγινε ή περίφημη
συνομωσία τών Μάγων πού έφερε στόν θρόνο τόν Δαρείο τού Υστάσπου. Μόλις έγινε
γνωστό τό γεγονός ο Συλοσών ξεκίνησε γιά τά Σούσα τότε Πρωτεύουσα τού Περσικού
κράτους. Μόλις έφθασε πήγε καί κάθησε στήν πύλη τού παλατιού φωνάζοντας ότι
ήταν ευεργέτης τού Βασιλέως. Ο επικεφαλής τής φρουράς τής πύλης ανέφερε τό
γεγονός στόν Δαρείο κι αυτός απορήσας δήλωσε ότι δέν έχει χρέος σέ κανέναν
Έλληνα πού είχε έρθει στά Σούσα.Ο Δαρείος διέταξε νά φέρουν τόν άγνωστο
μπροστά του, πού άμα παρουσιάστηκε, τού θύμισε τήν ιστορία τού μανδύα. Ο
Δαρείος θυμήθηκε τό γεγονός αμέσως, παίνεψε τόν Συλοσώντα πού τόν είχε
ευεργετήσει όντας άσημος καί τού υποσχέθει ότι θά τού δώσει όσο χρυσό καί
ασήμι επιθυμεί. Ο Συλοσών όμως τού απεκρίθη:
"Βασιλέα, μήτε χρυσό μήτε άργυρο επιθυμώ. Τό μόνο πού θέλω είναι νά κυριέψεις
καί νά μού αποδώσεις τήν Σάμο. Από τόν καιρό τού φόνου τού αδελφού μου,
κατέχει τήν εξουσία ένας δούλος μας. Δώσε μου πίσω τήν Σάμο χωρίς κανείς νά
σκοτωθεί ή νά γίνει δούλος".

Ο Δαρείος πράγματι δέχτηκε κι έστειλε στρατό μέ αρχηγό τόν Οτάνη. Εκείνον τόν
καιρό τήν Σάμο τυραννούσε κάποιος Μαιάνδριος, στήν αρχή αρκετά ήπιος, αλλά
στήν συνέχεια πολύ σκληρός Τύραννος. Όταν έφθασε ο στόλος καί ο πολυάριθμος
στρατός τών Περσών αυτός δείλιασε, παραδίδοντας τήν Πόλη μέ τήν συμφωνία αυτός
καί οί οπαδοί του νά φύγουν. Ο Μαιάνδριος είχε έναν αδελφό τόν Χαρίλαο πού δέν
ήταν καί πολύ λογικός καί γιά κάποιον λόγο ήταν στήν φυλακή. Από τό παράθυρο
τού κελλιού του κατάλαβε τί γινόταν βλέποντας τούς Πέρσες παντού. Άρχισε νά
φωνάζει ότι ήθελε νά μιλήσει τού αδελφού του. Εκείνος τό έμαθε καί διέταξε νά
τόν φέρουν μπροστά του. Ο Χαρίλαος τόν κατηγόρησε γι' ανανδρεία καί δειλία,
προτρέποντάς τον νά φύγει από μιά υπόγεια σύραγγα, παραδίδοντάς του τήν φρουρά
ώστε ν' αντισταθεί. Εκείνος δέχτηκε καί μπόρεσε νά διαφύγει. Ο Χαρίλαος
σκότωσε ορισμένους Πέρσες. Εξαγριωμένος γιά αυτό ο Οτάνης, διέταξε γενική
σφαγή, αρπαγές καί ερήμωση. Έτσι ο Συλοσώντας έγινε Τύραννος ενός έρημου
νησιού. Τόσο αραίωσε ο πληθυσμός τού νησιού, ώστε ο μέν Οτάνης έφερε κάτοικους
από τή Λήμνο καί τό Βυζάντιο, ο δέ Συλοσώντας, πολλούς από τους σκλάβους του
τούς έγραψε ελεύθερους πολίτες.
Ευγνωμονώντας τους Πέρσες ο Συλοσώντας, που τον βοήθησαν να πάρει την Εξουσία,
διοικούσε τη Σάμο, περισσότερο σαν σατράπης του Μεγάλου βασιλιά, παρά σαν
Διοικητής ελεύθερης πολιτείας. Έγινε τύραννος πολύ σκληρός καί μισήθηκε βαθιά
από τούς Σαμιώτες. Ώσπου τελικά τον έδιωξαν.
Αυτή ήταν η πρώτη σύγκρουση Ελλήνων καί Περσών πού άνοιξε τήν αυλαία τών
ενδόξων Νικών τών Ελευθέρων Ανθρώπων πού αυτοαποκαλούνταν Έλληνες.

 

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Κηφισός


Τά περισσότερα χρόνια τής ζωής μου τά έζησα δίπλα στόν Κηφισό, δίχως νά
μπορέσω νά τόν υπερασπιστώ από τήν μανία καταστροφής του από ανθρώπους πού τό
μόνο πού ξέρουν νά κάνουν στή ζωή τους είναι νά λιγοστεύουν δίχως όριο τήν
ανθρωπιά τους.
Ο Θεός Κηφισός τέκνο τού Ωκεανού καί τής Τιθύος, λατρευόταν στό Φάληρο καί
στόν Ωρωπό από εκείνους τούς προγόνους μας πού η Φύσις μεταμόρφωνε τήν Ζωή
τους σέ ιερό Βωμό αφιερωμένο στό πύρωμα τής αγνής συνύπαρξης όλων τών
Πλασμάτων τού Σύμπαντος.

«...κι ουδέ οι ακοίμητες ποτέ δε λιγοστεύουν
απ΄του Κηφισού το ρέμα οι βρυσομάνες
να στριφογυρνούν,
μα πάντα όλες τις μέρες τα καθάρια των νερά καθώς κυλούνε
πιάνουν γρήγορα τους κάμπους να καρπίζουν
της πλατύστηθης της γης:...»

Χορικό από τον «Οιδίπους επί Κολωνώ» τού Σοφοκλέους

Υπάρχει ακόμη ο Ελευσινιακός Κηφισός (σημερινός Σαρανταπόταμος), ο  Αργολικός
Κηφισός καί ο Κηφισός τής Βοιωτίας. Στόν Όμηρο η λίμνη Κωπαΐδα λέγεται
Κηφισίς.
Ο Αττικός Κηφισσός είναι ο σημαντικότερος ποταμός τού λεκανοπεδίου, δίχως αυτό
νά σημαίνει τίποτα γιά τούς χαμένους στόν κόσμο τους νεοέλληνες. Η Αθήνα είναι
η μόνη πρωτεύουσα στήν Ευρώπη πού έχει ποτάμι αναξιοποίητο, βουτηγμένο στά
απόβλητα κάι σάν νά ντρέπεται γι' αυτό τό σκέπασε γιά νά μήν δείχνει ίσως τήν
τεράστια έλλειψη τών κατοίκων της. Τό μεγαλύτερο μέρος τών υδάτων του
προέρχεται από τις «Τρινεμείς» πηγές (Φασίδερι) όπως αναφέρει ο Στράβωνας. Η
μεγάλη κεντρική πηγή, το περίφημο Κεφαλάρι τής Κηφισιάς, που μέχρι το 1950
ανάβλυζε 400 κυβικά μέτρα νερό τήν ώρα, εξαφανίστηκε.  Δέχεται τά νερά τής
Πάρνηθας, τής Πεντέλης και τού Αιγάλεω. Διέρχεται από τή Δεκέλεια, τή Μετα­
μόρφωση, τή Νέα Φιλαδέλφεια, τά Πατήσια, περνά από τίς Τρείς γέφυρες, από τήν
Κολοκυνθού, από τό Βοτανικό, τόν Ρέντη. Λίγο πρίν  από τίς εκβολές, ο Κηφισός
δέχεται  τά νερά καί τού άλλου Ιερού ποταμού τής Αθήνας, τού Ιλισού,  και
εκβάλλει στον Όρμο Φαλήρου, στο Νέο Φάληρο.

«Κι απ’τα νερά του Κηφισού
τα διάφανα, έχουν να πουν,
η Κύπριδα αύρες απαλές
 και γλυκομύριστες ρουφά
τή χώρα να δροσολογά.»

Χορικό από τη «Μήδεια» του Σοφοκλέους


Τό Περιστέρι κατά την αρχαιότητα αποτελούσε τμήμα του περίφημου Ελαιώνα των
Αθηνών καί ήταν πλούσιο σέ πανίδα καί χλωρίδα. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι στόν
ποταμό, πού στήν αρχαιότητα ήταν σε ορισμένα σημεία πλεύσιμος, αλιεύονταν
χέλια. Στά νερά τού ποταμού, μέχρι καί τά πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, συνήθιζαν
να κάνουν μπάνιο. Ο Κηφισός είναι πατέρας τής Διογένειας και παππούς τής
Πραξιθέας, συζύγου τού Ερεχθέως. Στό Αμφιάρειο, κοντά στόν Ωρωπό, μοιραζόταν
με τίς Νύμφες, τόν Πάνα καί τόν Αχελώο Βωμό. Ο Κηφισσός συνευρέθη μέ τήν Νύμφη
Λειριόπη στά νερά του καί από τήν ενωσή τους γεννήθηκε ο Νάρκισσος. Σύμφωνα μέ
τοπικές παραδόσεις ο Κηφισός είναι ο τόπος απαγωγής τής Περσεφόνης από τόν
Πλούτωνα. Στίς όχθες του Κηφισού άνδρες τής φυλής τών Φυταλιδών υποδέχτηκαν
τόν Θησέα καί τόν εξαγνίσαν από τούς φόνους τών κακοποιών που είχε διαπράξει
κατά τήν πορεία του πρός τήν Αθήνα. Εξαγνισμένος πιά ο Θησέας μπήκε στην
Αθήνα.
Ο ποταμός Κηφισός αναπαριστάται στό αριστερό άκρο τού δυτικού αετώματος τού
Παρθενώνος. Η σειρά μέ τήν οποία απεικονίζονται οι σωζόμενες μορφές από τά
αριστερά πρός τά δεξιά είναι η εξής: Κηφισός, Κέκρωψ - Πάνδροσος, Ερμής,
Αθηνά, Ποσειδών, Αθηνά, Ίρις, Αμφιτρίτη, Ωρείθυια, δύο γυναικείες μορφές,
Ιλισός, Καλλιρόη.
Τμήματα τού αρχαίου τείχους τών Αθηνών έχουν βρεθεί καί στίς δύο όχθες του.
Η απαξίωση καί κυρίως η κάλυψη τού Φυσικού πνεύμονα τής Αθήνας έχει τεράστιες
περιβαντολλογικές συνέπειες στή Ζωή μας. Ένας Ποταμός πού θά μπορούσε νά είναι
κόσμημα γιά τήν Ζωή τών κατοίκων έχει γίνει χώρος αποβλήτων καί μπαζών, πού
στό σκεπασμένο τμήμα του πληρώνουμε φόρο αίματος στ' όνομα τής οδικής
ασυδοσίας.


Καί όμως από το νοσοκομείο Αγίων Αναργύρων και πάνω ο Κηφισός είναι ζωντανός,
φιλοξενεί στά Ιερά νερά του Ζωή, ακόμη καί ψάρια. Μεγάλους πληθυσμούς από
ποταμοκέφαλους καί μπριάνες εντόπισαν στον Κηφισό τα μέλη της ιχθυολογικής
ομάδας τού Ινστιτούτου Εσωτερικών Υδάτων τού Ελληνικού Κέντρου Θαλάσσιων
Ερευνών. Δυστυχώς δέν έχει εντοπιστεί ακόμη τό περίφημο Αττικόψαρο τό αρχαιότερο σπονδυλόζωο τής Αττικής, επειδή τήν κατοικεί εδώ καί εκατομμύρια
χρόνια τουλάχιστον από τό Πλειόκαινο.
Τό Προεδρικό Διάταγμα Προστασίας Κηφισού προβλέπει τήν ανάπλαση 12.000
παρόχθιων στρεμμάτων, αλλά μένει πρός τό παρόν στά συρτάρια.
Η Ύβρις είς βάρος τού Κηφισού από ανθρώπους ανίερους δέν μπορεί νά διακόψει
τήν ιστορική πορεία του. Ο Μεγάλος Ποταμός θά ξαναβρεί τόν δρόμο του καί
όποιος βρεθεί στό διάβα του εμπόδιο θά νοιώσει τήν ορμή του.


 

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Κάποτε ο Μάης

Όλα καλά!

Κάποτε ο Μάης ήταν ο Πρίγκηπας τών Επαναστάσεων.


Σιγά σιγά τά πράγματα αποκαθίστανται όπως τό θέλησαν οι Άρχοντες τού κόσμου
τού Κέρδους. Βεβηλωμένη Φύση στ' όνομα τού χρυσού, κατακρεουργημένος Λαός στ'
όνομα τών τραπεζιτών, μιά γεννιά όλοκληρη χαμένη στ' όνομα τού ξεπουλήματος
τής Χώρας. Απόλυτη υποταγή στούς νέους οικονομικούς φεουδάρχες, πού δέν
άντεξαν χωρίς δουλοπάροικους. Όλος ο συμπλεγματισμός τών ανθρώπων πού
λατρεύουν τόν θεό τού Κέρδους, ξεσπά βίαια εναντίον τών ανθρώπων τού Λαού. Σέ
λίγο θά εφαρμόσουν καί τό "Δικαίωμα τής πρώτης νύχτας".
4.000 αυτοκτονίες "θυσία σέ βρώμικο Βωμό".
Ευνουχισμένος Λαός, μαλθακοί βασιλιάδες πού δέν βλέπουν ότι είναι κιόλας γυμνοί, αυτοθαυμάζοντας τ' ανύπαρκτα ρούχα τής ευημερίας τους. Εκατομμύρια Ψυχές ρίχνονται στό καμίνι τού κανιβαλισμού τής ελεύθερης αγοράς. Ένας άγριος πόλεμος κυνηγιού τού
χρήματος έχει ξεσπάσει χρόνια τώρα κι εμείς βιώνουμε τίς συνεπειές του.
Καθένας πού δείχνει διαφορετικός, γίνεται εχθρός τού ομογενοποιημένου
συστήματος εκμεταλλεύσεως τών ανθρώπων, κάθε ελεύθερη φωνή εναντίον τού
συστήματος αντιπατριωτική πράξη.
 Αυτοί πού οδήγησαν στόν εκφασισμό τής κοινωνίας μας οδηγώντας τους στήν
αγκαλιά μιάς ναζιστικής συμμορίας, ετοιμάζονται οι υποκριτές νά πάρουν καί
μέτρα εναντίον τους.
Τό Ισραήλ συνεχίζει απτόητο τό apartheid  κατά τών Παλαιστινίων, τά
ξαναβρίσκει μέ τόν διαχρονικό συμμαχό της τήν Τουρκία, μέ τίς ευλογίες τής
Αμερικής, διότι αρκετά κράτησε αυτό τό παραμύθι μέ τήν Ελλάδα. Τό Ισλάμ
δυναμώνει μέ παρότρυνση τών Δυτικών. Τί θά 'χουμε νά σφάζουμε στά χρόνια πού
έρχονται;  Άλλωστε μεγαλώνει επικίνδυνα καί η Κίνα, καλό κάνει ένα κραταιό
Ισλάμ από τά κοσμικά κράτη τής περιοχής, πού δέν έμεινε καί κανένα. Μόνο η
Συρία τού Άσαντ αντιστέκεται.
Οδήγησαν μέ τούς συνεχείς πολέμους τούς Λαούς τών χωρών στήν προσφυγιά καί
στήν μετανάστευση, καί παίρνουν μέτρα εναντίον τους, όταν αναζητώντας
προορισμούς αναζήτησης τροφής, οδηγούνται στίς χώρες τους.
Η Ρωσία μόνιμος φαφλατάς τής διεθνούς σκηνής, δέν μπορεί καλά καλά νά
διασφαλίσει τόν "ζωτικό της χώρο", έμεινε νά κουνάει τό δάχτυλο σάν παρωχημένη
δασκάλα τής Σοβιετικής Ενώσεως.
Η Γερμανία ανίκανη νά παρεκλίνει από τόν ρόλο πού τής επιφύλαξε ή Μοίρα της
στόν κόσμο, συνεχίζει νά είναι η μάστιγα τού Δυτικού κόσμου.


Η Ε.Ε. διάλεξε τούς τραπεζίτες από τούς Λαούς της, επιβάλλοντας μιά άνιση οικονομική ένωση, χωρίς νά προηγηθεί πολιτική ενοποίηση.
Όλο τό παρηκμασμένο πολιτικό σύστημα προσπαθεί νά διατηρηθεί στήν Ζωή μέ
οποιοδήποτε κόστος. Διανοούμενοι πιά είναι οι Οικονομολόγοι καί οι οικονομικοί
αναλυτές. Οι ποιητές καί ο λεγόμενος πνευματικός κόσμος είναι μιά βαριά καί
άδεια σκιά ενός σκιάχτρου πού έφτιαξαν μόνοι τους, βουτηγμένοι στήν αλαζονία
καί στίς κρατικές επιχορηγήσεις. Έμειναν σήμερα νά εκπροσωπούνται από τόν
γηραιό καί ασταθή Μίκη.
Τό συστημικό παρακράτος πού όλα αυτά τά χρόνια κρυβόταν πίσω από τίς κουρτίνες
μιάς ψευδούς ευημερίας, έχει βγεί απροκάλυπτα μπροστά χρησιμοποιώντας ανοιχτά
πιά, πολιτικούς, πραιτοριανούς αστυνομικούς, ΜΜΕ πού άλλωστε είναι καί
υποτακτικοί υπαλληλοί τους. Ματατζήδες λειτουργούν ώς υπάλληλοι αδηφάγων
επιχειρηματιών, κακοποιώντας εργαζομένους. Ενεργώντας σάν στρατός κατοχής
εισβάλει σέ πόλεις (Κερατέα, Σκουριές), χρησιμοποιεί τόνους χημικών εναντίον
διαδηλωτών-εχθρών τής τριμερούς "μαϊμού" κυβέρνησης. Λεφτά γιά τήν καταστολή
πάντα υπήρχαν.
Ο Καπιταλισμός, η νομιμοποίηση δηλαδή τής απληστίας καί οι τοπικοί
κυβερνητικοί υπηρέτες του, χρειάζονται τά φθηνά ξένα χέρια, χρειάζονται τά
στρατόπεδα συγκέντρωσης ψυχών. Γιά νά έχουμε παντού Μανωλάδες, Ινδούς
φουκαράδες στ' "αναψυκτήρια" τών Μαγγίνων, οικιακούς δούλους γιά νά δείχνουν
οι νεόπλουτοι τήν κοινωνική τους ευμάρεια.


Είναι τουλάχιστον γραφικό σήμερα ν' αναζητούμε λύσεις διεξόδου μέσα από
νεοφιλελεύθερες οδούς πού δημιούργησαν τό πρόβλημα. Άν ο Καπιταλισμός
λειτουργούσε δέν θά δημιουργούσε τέτοια χαοτική κρίση. Είναι ένα παρηκμασμένο
σύστημα πού μόνο προβλήματα δημιουργεί πιά καί αυτό πού τού απόμεινε είναι νά
προσπαθεί αγωνιωδώς νά διαχειρισθεί τήν κρίση πού προκάλεσε.

Ό Μύθος πάλι μάς διδάσκει:
Προερχόμενος ο Ηρακλής από τή Θάσο και πηγαίνοντας στίς Μυκήνες έφτασε στήν
Τορώνη. Εκεί τον προκάλεσαν ο Πολύγονος και ο Τηλέγονος, οι άπληστοι γιοι του
Πρωτέα και εγγονοί του Ποσειδώνα, πού αφού δέν τούς έφτανε η πατρική περιουσία
έγιναν ληστές γιά νά ικανοποιήσουν τήν απληστία τους. Ο Ήρωας αφού σκότωσε καί
τούς δυο αντιπάλους του, επέστρεψε με ασφάλεια στίς Μυκήνες, όπου παρέδωσε
στόν Ευρυσθέα τή ζώνη της Ιππολύτης ολοκληρώνοντας τόν ένατο άθλο του.

Σοβιετικού τύπου λύσεις δέν κάνουμε τόν κόπο κάν ν' αναζητήσουμε.
Είναι καιρός οι εργαζόμενοι νά πάρουν τίς δουλειές στά χέρια τους. Ν' αρχίσει
η αυτοδιαχείριση καί τό Κοινοτικό σύστημα τής αλληλοβοηθείας. Δέν ήρθαμε σ'
αυτήν τήν Γή γιά νά υπηρετούμε αφεντάδες καί νά κάνουμε πλούσιες δέκα
οικογένειες τραπεζιτοτσιφλικάδων. Ο άνθρωπος πού δέν παράγει μόνος του πλούτο,
αλλά αμείβεται μέ μισθό διά τήν εργασία του από εργοδότη είναι Δούλος, κατά τό
Ελληνικό Έθος.

Είκοσι χρόνια δούλεψα καπνά∙ είκοσι χρόνια
φυντάνια, βοτανίσματα, ποτίσματα,
όργωμα, ξαναόργωμα και σβάρνισμα
και φύτεμα και σκάλισμα και πότισμα και μάζεμα κι
αρμάθιασμα και διάλεγμα και λιάσιμο και κόψιμο
και τέλος
δεμάτιασμα
για να 'ρθει ο έμπορας και να βαθμολογήσει
66 τοις εκατό στο κράτος
27 τοις εκατό στην τσέπη του
κι 7 τοις εκατό σ' εμάς
και μες σ' αυτά τα εφτά τοις εκατό,
να 'ναι λιπάσματα, ποτίσματα, οργωτικά, εργατικά
δικός μας μόχτος, χρέη, κ' η ζωή
που θέλει τη ζωή και τίποτε
δεν την παρηγορεί έξω απ' αυτή.

Αν είναι που οι μισοί ξενιτευτήκαμε
αν είναι που δεν έχουμε μια σιγουριά
και δεν χορταίνουμε ξεκούραση και ύπνο και φαΐ
δεν είναι που δεν εργαστήκαμε
δεν είναι που δεν κάναμε οικονομίες
δεν είναι που δεν ήμασταν οι τυχεροί∙
είναι που μας ληστεύανε και μας ληστεύουν:

Όχι οι Πέρσες μήτε οι Ενετοί
μήτε οι Τούρκοι μήτε οι Γερμανοί
μα οι δικοί μας
γενίτσαροι του πλούτου και της μόρφωσης
πολιτικοί κι ακαδημαϊκοί

και Εκκλησία και βιομήχανοι.
Είναι που μας ληστεύανε
και μας ληστεύουν.

Γιάννης Υφαντής, Νεοελληνική ιστορία
1976
Από τη συλλογή Ποιήματα Κεντήματα στο Δέρμα του Διαβόλου (1988)
 

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Η αέναη επιστροφή του Καβάφη

Για τους ανθρώπους που ανεπαισθήτως έχουμε κλειστεί έξω απ ΄τα Τείχη, ο Καβάφης, πάντα έφηβος, πάντα νοσταλγικός, μας συντροφεύει με την άχρονη ποίησή του, αυτή που αναγεννάται με κάθε ανάγνωση και γεννά κάτι διαφορετικό μα πάντα σύγχρονο.
Ίσως επειδή οι άνθρωποι, τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής, ανέκαθεν διακόπτουμε τα σχέδια των Θεών ακολουθώντας τα ίδια μοτίβα της τόσο προβλέψιμης φύσης μας.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Όπως ο ίδιος ο ποιητής σχολιάζει για τα "Τείχη",
"Εις αυτό ο ποιητής έχει υπόψιν του τον άνθρωπον εις τον οποίον λείπουν εκείνα τα προσόντα, τα τιποτένια, αλλά σπουδαιότατα για τες κοινωνικές επιτυχίες, με τα οποία και αυτός θα μπορούσε ν'ανέβη υψηλά όπως τόσοι και τόσοι άλλοι ίσοι του, και μερικοί μάλιστα κατώτεροί του. Χωρίς να το καταλάβη και ο ίδιος, με το να μη θέλει να σκύβη σιωπηλά εμπρός σε κάθε πρόληψι της εποχής του, να μη θέλει να συμμορφούται με το σοφό guarda e passa εμπρός σε κάθε κοινωνική σαπίλα, με το να έχη διαφορετικά ιδανικά από τους συγχρόνους του, του έκτισαν γύρω του τείχη και τείχη ανυπέρβλητα που τον έχουν χωρίσει από τον άλλο κόσμο [...]"
Και παρά το ότι όταν γράφονταν τα Τείχη από τον Καβάφη το 1896, ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας για τον από οικονομικά ελατήρια αποκλεισμό του από τη ζωή της κοσμικής Αλεξάνδρειας και έμμεσα μια κριτική για την κάστα εκείνη που αποφάσιζε ποιος είναι αριστοκράτης ή όχι, στο πέρασμα του χρόνου το νόημα χάνει την όποια προσωπική χροιά κι αποκτά πανανθρώπινο, συμπαντικό χαρακτήρα.

80 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Αλεξανδρινός ποιητής ολοκλήρωσε το προσωπικό του ταξίδι, αφήνοντας πίσω του πλούσιους κληρονόμους που σκύβουν πάνω από τα ανεκτίμητα ποιήματά του. Αυτό που απομένει είναι ν' ανακαλύψουμε αν τολμάμε να ζήσουμε δίχως τους βαρβάρους. Αν μπορούμε να σταθούμε με αξιοπρέπεια έξω από τα Τείχη που υψώνονται κάθε στιγμή, πόσο μπορούμε να μην κάνουμε τη ζωή μας ξένη φορτική...

Όσες φορές κι αν διαβάσω τα ποιήματά του, κάθε φορά θ' ανακαλύπτω ένα που μου είχε διαφύγει (;), αυτό που περίμενε την κατάλληλη στιγμή σαν το χαμένο χιλιοστό κομμάτι του παζλ που έλειπε για να συμπληρώσω άλλο ένα καρέ της προσωπικής μου διαδρομής.


Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933
ψυχή μου κα γάπη γεννήθηκαν τν δια μέρα.  (Μ.Πολυδούρη)

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Σελήνη


Στ' Ουρανού τά δώματα περιπλανιέσαι
Κόρη ευάστερε
σύ πού τά κορίτσια συμβουλεύεις
τή Ζωή νά ρουφούν
τού Θανάτου τίς μυλόπετρες νά μήν φοβούνται.
Πότε κοριτσάκι στά πρώτα του βήματα
στήν Αρτέμιδα νά εύχεται,
πότε έφηβη Σελήνη νά αστροποβολά στού Κόσμου τό κατώφλι,
πότε γυναίκα ώριμη
ν' αγγίζεις τούς τρείς κόσμους
τής Βασίλισσας Εκάτης,
καί πότε Κόρη νά σαλεύεις στού κάτοπτρου
τό βάθος.
Καλπάζουν τών θνητών οι χυμοί
στό πρώτο θεαμά σου
καί η Νύχτα χαμογελά σάν σκαρφαλώνεις
στού σκοταδιού τή σκάλα.
Η ασημιά σου λάμψη προσηλύτισε όλους τους ποιητάδες
η χάρη σου εγκυμονεί τίς θάλασσες τού κόσμου.
Στό παλάτι σου Ενδυμίωνες, αγέραστοι κι αθάνατοι
τού Ύπνου ικέτες προσέρχονται
άνδρες αδάμαστοι αφιερώνονται σ' εσένα.
Σύ η εικόνα τής κυκλικής ροής τού Παντός
ακοίμητη λυχνία σέ σένα αφιερώνουν.
Τά κορίτσια στ' ονομά σου αποχαιρετούν τόν ολόλευκο τόν κρίνο
τά τριαντάφυλλα ασπάζονται μουσκεύοντας μέ αίμα τό κορμί τους
γυναίκες γίνονται
εξορίζοντας τήν παιδικότητά τους.
Τά Ιερά τά Όσια ασπάραχτα τά δίνεις
μέ νερό καθάριο, πλακούντα καί μελόπιτες
τήν έγνοια σου ζητάω
κι εκλιπαρώ στό στιλπνό σου Φώς
πού τήν Νύχτα ντύνεις
νά χαίρομαι νά γελώ καί νά ονειροπολώ
καρδιώνοντας τήν Φύση μου
φορώντας τόν Λυρισμό τής Πανσελήνου.


 

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Δάφνη


Η αγαπημένη τού Θεού Απόλλωνος, κόρη τού Πηνειού ή τού Λάδωνος καί τής Γαίας.
Πολλοί τήν ερωτεύθηκαν, μά εκείνη δέ νοιαζόταν καί όλους τούς απόφευγε.
Προτιμούσε μονάχη στά δάση νά πλανιέται, σάν τήν Άρτεμη αγνή κι ανέγγιχτη νά μείνει.
 Κι ο Θεός ο Φωτοδότης αφού τόν Πύθωνα εξόντωσε, τόν γιό τής Αφροδίτης τόν
Έρωτα ειρωνεύθηκε γιά τά δικά του βέλη. Κι εκείνος από θυμό, τήν καρδιά τού
Θεού σαϊτεψε κι Έρωτα τού ενέπνευσε γιά κείνη. Μέ τά λόγια ο Θεός δέν μπορεί
νά τήν μεταπείσει, η Νύμφη τρέχει νά σωθεί στήν αγκαλιά τού δάσους, μά ο
Απόλλων μη θέλοντας τά κάλη της νά χάσει τήν παίρνει στό κατώπι. Η φυγή τήν
έκανε πιό όμορφη νά μοιάζει, μέ τά λυτά μαλλιά της ν' ανεμίζουν στόν αέρα. Ο
Έρωτας έχει δώσει τού Θεού φτερά, τή Νύμφη πλησιάζει, σχεδόν μπορεί νά τήν
αγγίξει καί τών μαλλιών της τ' άρωμα ρουφά μέσα σέ μέθη.
Η Δάφνη αποκαμωμένη πιά τήν Μάνα της τήν Γή επικαλείται μέ προσευχή
σπαραχτική.
"Μητέρα βόηθα με κι άλλαξε τήν μορφή μου, γιατί είναι αιτία τής συμφοράς μου"
Καί η Μάνα της τήν άκουσε, μούδιασε τό κορμί της, λεπτός φλοιός κάλυψε τούς
μαστούς της. Τά χέρια της έγιναν κλαδιά καί τά μαλλιά της φύλλα, τά πόδια της
ευθύς στή γή ριζώσαν. Τ' όμορφο προσωπό της κάλυψε η φυλλωσιά τού θάμνου.
Μά ο Θεός φιλέσπλαχνος δέν έπαψε νά τήν θέλει. Τόν κορμό της μέ τήν λάμψη του
αγγίζει καί κάτω από τόν λεπτό φλοιό ακούει τήν καρδιά της. Κόβει μερικά
κλαδιά, μέ τό σώμα της στεφάνι πλέκει καί στό κεφάλι του φορεί αιώνια δικό
του. Προτρέπει τούς θνητούς νά πράτουνε τό ίδιο γιά προστασία από κάθε είδους
"κακού". Κάθε εννέα χρόνια πολλές Ελληνικές πόλεις εόρταζαν τά Δαφνηφόρια.
Στήν Θήβα η Πόλη τιμούσε τόν Θεό μέ μεγαλόπρεπη πομπή, όπου χορός παρθένων μέ
κλαδιά δάφνης στά χέρια τραγουδούσε στόν Απόλλωνα τά Δαφνηφορικά.


Διαχρονικά η δάφνη μάς δηλώνει τήν διάκριση στήν μάχη, στίς τέχνες καί στά
γράμματα. Είναι γνωστές οι φράσεις "έδρεψε δάφνες" ή "αναπαύεται στις δάφνες
του".Στη γλώσσα των λουλουδιών η δάφνη είναι το δέντρο της δόξας και τα φύλλα
της δείχνουν την απόλυτη αφοσίωση. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν ένα κλαδί
δάφνης πάνω από το κεφαλόσκαλο αν κάποιος στο σπίτι ήταν άρρωστος, ενώ ο
Θεόφραστος αναφέρει πως όλοι σχεδόν μασούσαν ένα φύλλο δάφνης για να
αποφεύγουν την κακοτυχία. Ο λαός θεωρούσε ότι η δάφνη προστάτευε από τους
κεραυνούς και τις βροντές. Λέγεται ότι ο αυτοκράτορας Τιβέριος φοβόταν τόσο
πολύ τους κεραυνούς ώστε κρυβόταν κάτω απ' το κρεβάτι του και κάλυπτε το
κεφάλι του με φύλλα δάφνης όποτε ερχόταν μπόρα. Ένα δένρο δάφνης που πέθαινε
πρόλεγε ένα θάνατο στην οικογένεια, ή μια εθνική καταστροφή. Σύμφωνα με τους
συγγραφείς της εποχής, όλες οι δάφνες στη Ρώμη μαράθηκαν πριν από τον θάνατο
του Νέρωνα. Η δάφνη όταν καίγεται και παράγει δυνατό κρότο είναι οιωνός
καλοτυχίας, ενώ δυσοίωνα είναι τα πράγματα αν η καύση της συνοδεύεται μόνο από
καπνό. Με στεφάνια από κλαδιά δάφνης τιμούσαν ποιητές, στρατιώτες και
στρατηγούς που διακρίνονταν σε μάχη και αθλητές που διακρίνονταν στους αγώνες.
Η δάφνη συνδέεται με την επιτυχία και την τιμή, γι' αυτό τα μυνήματα που
ανήγγειλαν νίκη στη μάχη τυλίγονταν με φύλλα δάφνης, ενώ οι αγγελιοφόροι που
τα μετέφεραν κρατούσαν κλαδί δάφνης. Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας
απεικονίζεται σε προτομές, νομίσματα και έργα Τέχνης. Ο Ιούλιος Καίσαρ
εκτίμησε ιδιαίτερα το ότι η Σύγκλητος τον τίμησε με το δικαίωμα να φέρει
δάφνινο στεφάνι. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι κοσμούσαν τα σπίτια τους με
δάφνες.

Η λαϊκή σοφία λέει "φύτεψε μια δάφνη κοντά στο σπίτι για προστασία από τους
κεραυνούς, πάρτε ένα δέντρο δάφνης μαζί σας αν μετακομίσετε για να σας
ακολουθεί η καλοτυχία, βάλτε ένα φύλλο δάφνης μες το μαξιλάρι σας για να έχετε
όνειρα ευχάριστα κι ευοίωνα, σπάστε ένα κλαδάκι δάφνης και δώστε το μισό στον
αγαπημένο σας για να σας είναι αφοσιωμένος".
Η δάφνη έχει και χρήση θεραπευτική. Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν φύλλα
δάφνης στα θερμά λουτρά για να ανακουφίζουν τα πονεμένα μέλη τους. Στην
πρακτική ιατρική, χρησιμοποιούσαν τον χυμό του καρπού της δάφνης ενάντια στο
δάγκωμα του φιδιού, στα τσιμπήματα εντόμων και στις μολυσματικές νόσους. Τα
φύλλα που έκοβαν από το πάνω μέρος των κλαδιών τα χρησιμοποιούσαν ως εμετικό,
ενώ από το κάτω ως καθαρτικό. Έβαζαν δάφνη στο αλεύρι και τύλιγαν με αυτή τις
γλυκόριζες και τα ξερά σύκα για να τα προστατέψουν από τα μαμούνια. Ο Νίκολας
Κάλπεπερ, άγγλος ιατρός, χρησιμοποιούσε το λάδι της για να σβήνει τα σημάδια
από μώλωπες, γδαρσίματα και εκδορές.  Η λέξη Bachelor, πτυχίο πρώτης βαθμίδας που έχουν οι Άγγλοι προέρχεται από τίς λέξεις Bacca-laureus πού σημαίνει καρπός δάφνης γιατί καί αυτοί έχουν τό φυτό ως σύμβολο σοφίας!
Τ' ονομά της τίμησαν δεκάδες πόλεις καί χωριά, δήμοι καί διαμερίσματα. Γυναίκες όπως η κόρη τού Τειρεσία, η κόρη τού Αμύκλα, η ποιήτρια Δάφνη Αιμιλία.
Ο Λόγγος ένας από τούς πρώτους μυθιστοριογράφους έγραψε τό Δάφνις καί Χλόη.
Διάσημες όπερες τής αφιερώθηκαν, όπως αυτή τού Γιάκοπο Πέρι πού θεωρείται πώς αποτελεί ιστορικά τό πρώτο έργο όπερας  καί συντέθηκε τήν περίοδο 1594-8, τού Μάρκο ντε Γκαλιάνο, τού Χάινριχ Σιτς καί βεβαίως η διασημότερη όλων, αυτή τού Ρίχαρντ Στράους.

Τί υπάρχει σέ ολόκληρο τόν κόσμο, ωραιότερο από ένα δάφνινο στεφάνι;
Τζόν Κήτς

 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κλύτε Μοίραι


Mοίρες

 
Κυριακή πρός Δευτέρα ξύπνησα αιφνιδίως τά ξημερώματα καί ώς συνήθως αναζήτησα τά βιβλία μου. Ξεκίνησα νά διαβάζω, εμπιστευόμενος τήν Θεά Τύχη, επιλέγοντας ένα βιβλίο στά σκοτεινά. Ήταν ένα ανθολόγιο Λυρικής ποίησης. Ακολουθώντας μιά παραπομπή, σηκώθηκα από τό κρεββάτι, οδηγούμενος απ' αυτήν, επισκέφθηκα τήν βιβλιοθήκη, καταλήγοντας στό Ανθολόγιο τού Στοβαίου. Ψάχνοντας τόν αρχικό μου προορισμό, έπεσα από Τύχη αγαθή σ' έναν Ύμνο αφιερωμένο στίς Μοίρες, πού δέν είχα προσέξει μέχρι τότε. Πιασμένος από αυτό το γαϊτανάκι, ολοκληρώνω την περιστροφή του στο "Αμφότεροι".     
Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι' άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ' ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ', Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ' άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ' αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.
 
 
Ο ύμνος αρχίζει με την κλασική του μορφή "Κλύτε" επικαλούμενος τις Μοίρες, αλλά τελειώνει με έναν πρωτόγνωρο, για μένα τουλάχιστον, τρόπο. Είναι μια επίκληση που απευθύνεται στις Μοίρες για τη σωτηρία μιας πόλης, ενώ συνήθως οι άνθρωποι επικαλούνται τους μεγάλους προστάτες πολιούχους Θεούς. Οι Μοίρες βέβαια διέθεταν δικούς τους ναούς στην Θήβα και στην Κόρινθο, αλλά ο ύμνος υποδηλώνει μια λατρεία πιο σημαντική κι επιβλητική απ' ό,τι νόμιζα μέχρι τώρα, διότι οι Μοίρες δεν θεωρούνται βασικές θεότητες της πόλης. Σχετίζονται με άτομα παρά με πόλεις.

Ο ποιητής του ύμνου ακολουθεί την Ησιόδεια παράδοση λέγοντας ότι κάθονται κοντά στον Δία, που είναι γνωστός κι ως Μοιραγέτης κι είχε ναό στους Δελφούς, όπως μας λέει ο Παυσανίας κι έναν βωμό στην Ολυμπία.

Παρατηρούμε πως ο ποιητής επικαλείται την μία από τις Μοίρες χρησιμοποιώντας το όνομα Αίσα, αντί του γνωστού Άτροπος, όπως και ο Όμηρος. Οι Μοίρες παίρνουν τις αποφάσεις τους χρησιμοποιώντας τις αδαμαντένιες τους σαϊτες, υφαίνοντας τα μήδεα που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα νήμα που υφαίνεται κατά την γέννηση του ανθρώπου είναι διαδεδομένη σε όλες τις περιόδους αυτού του τόπου. Ο ποιητής διαλέγει την Αίσα για τον ρόλο που παίζει στις σχέσεις μεταξύ Θεών και ανθρώπων. Ο Αισχύλος στις Χοηφόρες την αποκαλεί Αίσα φασγανουργόν και της αποδίδει ως έργο την επιβολή της τιμωρίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, την επικαλείται κι εδώ ο ποιητής για την αποκατάσταση της πολιτικής τάξης. Στον στίχο που τις επικαλείται ως "ουράνιαι χθόνιαί τε" μας δηλώνει τη διπλή φύση των Μοιρών. Είναι συγχρόνως Ολύμπιες και Χθόνιες, πότε καθισμένες δίπλα στο θρόνο του Διός και πότε απασχολημένες με τα προβλήματα των θνητών. Και λίγο πριν το τέλος, επικαλείται τις Μοίρες προκειμένου να προτρέψουν τις ευοίωνες Ώρες να συντροφεύσουν την πόλη.
Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.
Θεογονία Ησιόδου 

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ολυμπιακός

Ο Δίων είχε τήν τύχη νά ζήσει τόν δεύτερο αιώνα μ.κ.χ. μιά ιστορική περιόδο πού ήταν ίσως η ειρηνικότερη τής ανθρωπότητος. Οί βάρβαροι δέν είχαν εμφανισθεί ακόμη καί στήν τεράστια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πού απλώνονταν από τήν Σκωτία μέχρι τήν Αραβία επικρατούσε η Pax Romana. Ο Δίων ήταν περισσότερο ρήτωρ παρά φιλόσοφος. Έζησε σχεδόν τήν ίδια περίοδο μέ τόν Πλούταρχο.
Τόν Ολυμπιακό τόν εκφώνησε μπροστά στό χρυσελεφάντινο άγαλμα τού Διός στήν Ολυμπία, κατά τήν διάρκεια τών Ολυμπιακών αγώνων τού 105 μ.κ.χ. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στην ιστορία των θρησκειών. Ο ευσεβής Δίων, ως γνήσιος Έλλην, δεν στηρίζεται σε εξ αποκαλύψεως αλήθειες αλλά σε λογικά επιχειρήματα και λογικές υποθέσεις. Οι άνθρωποι δεν είναι δούλοι του Θεού αλλά απόγονοί του. Ο κόσμος δεν κυριαρχείται από το κακό και την αμαρτία, και δεν τον βαραίνει κανένα προπατορικό αμάρτημα. Η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται μεσσίες αλλά ποιητές και καλλιτέχνες. Ακολουθεί παρακάτω ένα απόσπασμα της ομιλίας του, ιστορικό πόνημα της Ελληνικής Θρησκείας.
 
"Για τη φύση των θεών γενικά, και κυρίως για τη φύση του ηγεμόνα σύμπαντος, αρχικά γεννήθηκε μια αντίληψη, μια ιδέα κοινή σε όλο το ανθρώπινο γένος, τόσο στους Έλληνες όσο και στους βαρβάρους, αναπόφευκτη και έμφυτη σε κάθε λογικό πλάσμα. Μια αντίληψη που γεννιέται με τρόπο φυσικό, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου θνητού δασκάλου και χωρίς τις απατεωνιές των μυσταγωγών. Και φανέρωνε η κοινή αυτή αντίληψη τη συγγένεια του θεού με τους ανθρώπους, και παρείχε πολλά τεκμήρια της αλήθειας, που δεν επέτρεπαν στους αρχαίους να αδιαφορούν και να κοιμούνται όρθιοι. Και καθώς δεν γεννήθηκαν ούτε ζούσαν έξω και μακριά από το θείο ον, μα βρίσκονταν στο κέντρο του – μάλλον, θα έλεγα, γεννήθηκαν μαζί με εκείνο και του ήταν προσκολλημένοι με κάθε τρόπο – θα ‘ταν αδύνατο να παραμείνουν άφρονες. Πόσο μάλλον ο θεός τούς έδωσε τη νοημοσύνη και τον Λόγο, και από παντού δέχονταν την λάμψη των μεγάλων θεϊκών φασμάτων του ουρανού και των άστρων και του ήλιου και της σελήνης, αντικρίζοντας νύχτα μέρα λογιών λογιών μορφές και εικόνες ανεξήγητες κι ακούγοντας κάθε είδους φωνές, του δάσους και του αγέρα και των ποταμών και της θάλασσας, κι ακόμη, των ζώων, ήμερων και άγριων. Κι οι ίδιοι, προφέροντας φθόγγους γλυκύτατους και καθαρότατους και απολαμβάνοντας την ειδημοσύνη και υψηλοφροσύνη της ανθρώπινης λαλιάς, έδιναν συμβολικές ονομασίες στα πράγματα που συλλάμβαναν οι αισθήσεις τους, ώστε να μπορούν να μιλούν γι’ αυτά και να εκφράζουν τη σκέψη τους με σαφήνεια, αποκτώντας έτσι με ευκολία μνήμες και έννοιες αμέτρητων πραγμάτων. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να αγνοήσουν και να μην υποψιαστούν καν την ύπαρξη εκείνου που έσπειρε και φύτεψε και διατήρησε και έθρεψε, τη στιγμή που η όραση και η ακοή τους κι όλες τους οι αισθήσεις πλημμύριζαν από τη θεία φύση; Κατοικούσαν τη γη, μα βλέπαν το φως να έρχεται εξ ουρανού. Και δεν τους έλειπε η τροφή, γιατί ο θεός, ο πρόγονός τους, την είχε προετοιμάσει και τους την παρείχε σε αφθονία. Οι πρώτοι-πρώτοι άνθρωποι, γεννημένοι καθώς ήσαν μέσα από τη γη, στην αρχή τρέφονταν με γήινα υλικά γιατί ο πηλός τότε ήταν παχύς και μαλακός, και τον έγλυφαν από τη γη όπως τα βρέφη από τη μάνα, κι όπως και τώρα τα φυτά τραβούν την υγρασία της γης. Οι κατοπινοί άνθρωποι τρέφονταν με έτοιμους καρπούς και τρυφερά βοτάνια, κι έπιναν απ’ τις γλυκιές δροσοσταλιές και

τα νερά τα πόσιμα απ’ τις πηγές των Νυμφών,

Ακόμα κι από τον αέρα που τους περιέβαλλε τρέφονταν, αδιάκοπα καθώς ανάσαιναν την υγρασία του, σαν νήπια που δεν τους λείπει ποτέ το γάλα κι έχουν το μαστάρι πάντα στα χείλη. Θα ήταν ίσως σωστότερο να λέγαμε πως αυτή ήταν η πρώτη τροφή των ανθρώπων, και των πρώτων και των κατοπινών. Το βρέφος, βγαλμένο μόλις από την κοιλιά, αδύναμο και νωθρό ακόμα, το δέχεται η γη, η πραγματική του μάνα. Μα κι ο αέρας, σαν πνέει μέσα του και του δίνει ζωή, παρέχοντάς του τροφή πιο μαλακή κι από το γάλα, το ξεσηκώνει ευθύς και του δίνει τη δύναμη να βγάλει μια κραυγή. Εύλογα θα έλεγε κανείς πως αυτό το μαστάρι της πρόσφερε πρώτο η φύση στους νεογέννητους ανθρώπους. Και καθώς οι άνθρωποι έφερναν στο νου τους τα όσα βίωναν, δε μπορούσαν παρά να νοιώθουν θαυμασμό και αγάπη για το θείο ον. Κι επιπλέον, πρόσεχαν τις εποχές και το ότι η εναλλαγή τους γίνεται προς χάρη της διατήρησής μας με τόση ακρίβεια, οικονομία και μέτρο. Κι ακόμη, κατείχαν το δώρο των Θεών που τους έκανε ανώτερους από τα άλλα ζώα: το ότι συλλογίζονταν και στοχάζονταν τους Θεούς.
Περίπου το ίδιο θα ήταν, αν σήμερα παραδίδατε έναν άνθρωπο – Έλληνα ή βάρβαρο, αδιάφορο – σε κάποιο μυστικό Ιερό υπερφυσικής ομορφιάς και μεγέθους, προκειμένου να μυηθεί. Κι αν αντίκριζε πολλά μυστηριώδη οράματα, άκουγε πλήθος ακατάληπτες φωνές, έβλεπε το φως και το σκοτάδι να εναλλάσσονται κι άλλα πολλά να συμβαίνου. Και αν, όπως στη λεγόμενη τελετή του ενθρονισμού, σύμφωνα με το έθιμο, οι μύστες έβαζαν τους μυούμενους να καθίσουν, και χόρευαν γύρω τους σε κύκλο: άραγε θα ήταν λογικό να μείνει ασυγκίνητος ο άνθρωπος αυτός και να μη βάλει με το νου του πως ό,τι συμβαίνει γύρω του, γίνεται με σοφή πρόθεση και προπαρασκευή; Ακόμα και βάρβαρος να ήταν, από τόπο μακρινό και ανώνυμο, και χωρίς τη βοήθεια κάποιου οδηγού ή διερμηνέα – αρκεί που θα είχε ανθρώπινη ψυχή. Ή μήπως είναι ακατόρθωτο αυτό; Κι όταν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος μυείται σε μια τελετή αληθινά τέλεια και ολοκληρωμένη, όχι μέσα σε ένα μικρό οίκημα που χτίστηκε από τους Αθηναίους για να δεχτεί μια ομάδα ανθρώπων, μα μέσα στο ίδιο το σύμπαν, μέσα σε αυτό το πολύμορφο δημιούργημα της Σοφίας, όπου βλέπει κανείς χιλιάδες θαυμαστά πράγματα, κι όπου μυσταγωγοί δεν είναι κάποιοι θνητοί όμοιοι με τους μυούμενους, αλλά Θεοί αθάνατοι που μυούν θνητούς ανθρώπους, και μέρα νύχτα, στο φως του Ήλιου και των άστρων – αν επιτρέπεται να το πω έτσι – κυριολεκτικά χορεύουν γύρων τους ασταμάτητα. Είναι δυνατό, τίποτα από όλα τούτα να μη συλλάβουν με τις αισθήσεις τους οι άνθρωποι και να μην υποψιαστούν το παραμικρό; Και πολύ περισσότερο, είναι δυνατό να αγνοήσουν τον κορυφαίο του χορού, που κυβερνά τα πάντα και διευθύνει ολόκληρο το σύμπαν σαν σοφός κυβερνήτης ενός τέλεια εξοπλισμένου πλοίου;

Όχι, δεν είναι απορίας άξιο το ότι συμβαίνει αυτό με τους ανθρώπους. Είναι όμως άξιο απορίας τ’ ότι μέχρι και τα θηρία, που δεν έχουν νου και λογισμό, αναγνωρίζουν και τιμούν τον Θεό και πρόθυμα ζουν σύμφωνα με το νόμο του. Και τα φυτά ακόμη – πράγμα πολύ πιο παράξενο – που δεν έχουν την παραμικρή αντίληψη για τίποτα, και άψυχα και άφωνα υπακούν σε απλούς νόμους της φύσης. Ως και τα φυτά, εκούσια παράγουν, το καθένα τους καρπούς που ορίζει η φύση του. Τόσο φανερή και ξεκάθαρη είναι η βούληση και δύναμη τούτου του θεού. Στην επιχειρηματολογία μου αυτή, μήπως σας φανώ γελοίος και παρωχημένος, αν υποστηρίξω πως η σύνεση αυτή ταιριάζει καλύτερα στα ζώα και τα δέντρα απ’ ό,τι σε εμάς η αμάθεια και η άγνοια; Όταν ορισμένοι, που ‘χουν γίνει σοφώτεροι από τους πάντες κι έχουν βουλώσει τα αυτιά τους – όχι με κερί σαν τους Ιθακήσιους ναύτες, για να μην ακούσουν το τραγούδι των Σειρήνων, παρά με κάποιο υλικό σαν το μόλυβδο που ‘ναι μαλακός και δεν τον διαπερνά η ανθρώπινη φωνή – και μπρος στα μάτια τους έχουν βάλει ένα παραπέτασμα από σκοτάδι και ομίχλη, εκείνο που όπως λέει ο Όμηρος εμπόδιζε να αναγνωρίσουν τον Θεό όταν εκείνος είχε συλληφθεί, καταφρονούν τα θεία και καθιερώνουν μία και μόνη Θεά, μιαν εξαχρειωμένη και παράλογη που την ονομάζουν Ηδονή και προσωποποιεί τον τρυφηλό βίο, την αδιαφορία και την απεριόριστη ύβρη – μια πραγματικά θηλυκή Θεά – και προτιμούν αυτήν και τη λατρεύουν με κύμβαλα και άλλους θορύβους και με αυλούς μες στα σκοτάδια. Καμιά κακία δεν θα τους κρατούσε κανείς για τα γλέντια τους, αν η σοφία τους περιοριζόταν στα τραγούδια τους. Όχι όμως και να μας στερήσουν τους Θεούς μας και να τους πετάξουν έξω από την ίδια τους την πόλη, το ίδιο τους το βασίλειο, τον κόσμο ετούτο, για να τους ξαποστείλουν σε κάτι μέρη απίθανα, σαν ανθρώπους κακότυχους που τους στέλνουν εξορία σε ερημονήσια. Και να ισχυρίζονται πως το σύμπαν δεν εμπεριέχει κανένα νόημα και καμία λογική, είναι αδέσποτο και ακυβέρνητο, και δίχως διαχειριστή και επόπτη πάει κι έρχεται στα κουτουρού. Και κανείς δεν προνοεί τώρα γι’ αυτό, αλλά μήτε και στο παρελθόν το δημιούργησε ποτέ κανείς – έστω να το έθεσε σε κίνηση, όπως τα παιδιά που δίνουν μια σπρωξιά στη ρόδα κι ύστερα την αφήνουν να κυλά από μόνη της.

Η σύλληψη της έννοιας του Θεού και η αντίληψη της ύπαρξής του έχει ως πρώτη πηγή την έμφυτη εκείνη ιδέα, που ‘ναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Μια ιδέα που γεννιέται από τα ίδια τα έργα, την ίδια την πραγματικότητα, και που δεν οφείλεται σε κάποια πλάνη ούτε και σχηματίστηκε τυχαία, αλλά είναι πανίσχυρη και υπάρχει ανέκαθεν. Εμφανίστηκε και εξακολουθεί να παραμένει σε όλα τα έθνη και αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των έλλογων όντων.

Και ως δεύτερη πηγή προσδιορίζουμε την επίκτητη αντίληψη, που την ενσταλάζουν στις ψυχές οι διηγήσεις, οι μύθοι και τα έθιμα – που άλλα είναι άγραφα και δίχως πατρότητα κι άλλων η πατρότητα είναι πασίγνωστη. Ας πούμε πως ένα μέρος αυτής της επίκτητης αντίληψης έχει εθελούσιο και παραμυθητικό χαρακτήρα και ένα άλλο μέρος υποχρεωτικό και προστακτικό. Και ως αυθόρμητο και παραμυθητικό εννοώ εκείνο που ανήκει στις αρμοδιότητες των ποιητών, ενώ ως υποχρεωτικό εκείνο που ανήκει στην αρμοδιότητα των νομοθετών. Κανένα από τα δύο βέβαια, δεν θα μπορούσε να έχει ισχύ, αν δεν προϋπήρχε η πρώτη εκείνη έμφυτη ιδέα που εξ αιτίας της, με τη θέλησή τους οι άνθρωποι και κατά κάποιο τρόπο ξέροντάς τα κι ίδιοι από τα πριν, δέχτηκαν τα παραγγέλματα των νομοθετών και τις παραμυθίες των ποιητών – άλλα σωστά, που δείχνουν τον ορθό δρόμο με συνέπεια, και μερικά πλανεμένα.


Στην ομιλία μου αυτή δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω ποια από τις δύο προηγήθηκε σε εμάς τους Έλληνες – η ποίηση ή η νομοθεσία. Ίσως όμως ταιριάζει, εκείνο που χρωστά την ύπαρξή του στην πειθώ και όχι στην τιμωρία, να είναι αρχαιότερο από κείνο που επιβάλλεται με την τιμωρία και την προσταγή. Μέχρι τώρα λοιπόν, η αίσθηση των ανθρώπων για τον πρώτο και αθάνατο γονέα τους, αυτόν που εμείς οι «της Ελλάδος κοινωνούντες» ονομάζουμε Πατρώο Δία, προϋπάρχει με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που προϋπάρχει στον άνθρωπο η αίσθηση για τον ανθρώπινο, το θνητό γονιό. Διότι η καλοσύνη κι η λατρεία του παιδιού για το γονιό υπάρχει κατά πρώτον από φυσικού της χωρίς να του τη διδάσκει κανείς, κι οφείλεται στις ευεργεσίες που δέχεται από το γονιό: απ’ τη στιγμή που θα γεννηθεί, το παιδί ανταποδίδει την αγάπη και λατρεύει με όλη του τη δύναμη εκείνον που το γέννησε και που το τρέφει και το αγκαλιάζει με στοργή. Και κατά δεύτερον και τρίτον, καλλιεργείται από τους ποιητές και τους νομοθέτες. Οι πρώτοι μάς προτρέπουν να μην τσιγκουνευόμαστε την ευγνωμοσύνη μας προς τον σεβαστότερο συγγενή μας, το αίτιο της ζωής και της ύπαρξής μας, και οι δεύτεροι εξαναγκάζουν και απειλούν με τις τιμωρίες όσους δεν συμμορφώνονται – χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζουν και να δείχνουν ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι «γονείς» και για ποιες ευεργεσίες μάς διατάζουν να μην αφήσουμε ανεξόφλητα χρέη. Το διαπιστώνεις αυτό και στους νομοθέτες και στους ποιητές. Κυρίως στις ιστορίες τους και στους μύθους γύρω απ’ τους Θεούς.

Το καταλαβαίνω κι εγώ, ότι η επιδίωξη της ακρίβειας πάντα είναι κοπιαστικό πράγμα για τον περισσότερο κόσμο. Πόσο μάλλον η ακρίβεια στις ομιλίες, όταν το μόνο που ενδιαφέρει τους ομιλητές είναι να πουν πολλά, και χωρίς κανένα πρόλογο, χωρίς να έχουν καθορίσει ποιο είναι το θέμα τους, χωρίς καν να ξεκινούν από κάποια αρχή, αλλά κατευθείαν, με άπλυτα πόδια όπως λένε, μας παρουσιάζουν πράγματα πασίγνωστα που δεν κρύβουν τίποτα αξιόλογο. Όσο για τα άπλυτα πόδια, μικρό το κακό, μιας κι έχουν να περπατήσουν μέσα από ένα σωρό σκουπίδια και λάσπη. Αυτό που κάνει μεγάλη ζημιά στο κοινό, είναι η γλώσσα της αμάθειας. Αναμφίβολα όμως, οι ακροατές με κάποια παιδεία, που αξίζει να ακούς την άποψή τους, θα μπουν κι αυτοί στον κόπο και θα σε συνοδεύσουν ώσπου να περάσεις τη στροφή και ν’ αφήσεις το δύσβατο μονοπάτι για να μπεις στην ευθεία οδό.

Τώρα που έχουμε μπρος μας τα τρία είδη γένεσης της ανθρώπινης αντίληψης περί Θεού, την έμφυτη, την ποιητική και τη νομική, ας αναφέρουμε και την τέταρτη: την πλαστική και καλλιτεχνική, των τεχνιτών που φτιάχνουν αγάλματα και εικόνες Θεών. Και εννοώ τους ζωγράφους και τους αδριαντοποιούς και γλύπτες, κοντολογίς όσους θεωρούν τον εαυτό τους άξιο να αναπαραστήσει τη θεϊκή φύση μέσα από την τέχνη: είτε μέ μιάν ασήμαντη σκιαγραφία που ξεγελάει το μάτι, είτε με συνδυασμούς χρωμάτων και γραμμή αυστηρή και σχεδόν ακριβέστατη, είτε με τη γλυπτική πάνω σε πέτρα ή σε ξύλο όπου ο καλλιτέχνης αφαιρεί το περιττό υλικό για να απομείνει η μορφή που θα βλέπουμε, είτε με το χύσιμο του μπρούντζου και άλλων παρόμοιων πολύτιμων μετάλλων σφυρηλατημένων ή λιωμένων μέσα σε καλούπια είτε με το πλάσιμο του κεριού που εύκολα ανταποκρίνεται στο άγγιγμα του καλλιτέχνη και επιδέχεται κάθε είδους διόρθωση. Ένας από αυτούς ήταν ο Φειδίας – αλλά και ο Αλκαμένης κι ο Πολύκλειτος, κι ακόμα, ο Αγλαόφων κι ο Πολύγνωτος κι ο Ζεύξις και πριν απ’ όλους αυτούς ο Δαίδαλος".


Δωδωναίε μεγασθενές αριστοτέχνα πάτερ