Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Η αέναη επιστροφή του Καβάφη

Για τους ανθρώπους που ανεπαισθήτως έχουμε κλειστεί έξω απ ΄τα Τείχη, ο Καβάφης, πάντα έφηβος, πάντα νοσταλγικός, μας συντροφεύει με την άχρονη ποίησή του, αυτή που αναγεννάται με κάθε ανάγνωση και γεννά κάτι διαφορετικό μα πάντα σύγχρονο.
Ίσως επειδή οι άνθρωποι, τα βιαστικά κι άπειρα όντα της στιγμής, ανέκαθεν διακόπτουμε τα σχέδια των Θεών ακολουθώντας τα ίδια μοτίβα της τόσο προβλέψιμης φύσης μας.

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Όπως ο ίδιος ο ποιητής σχολιάζει για τα "Τείχη",
"Εις αυτό ο ποιητής έχει υπόψιν του τον άνθρωπον εις τον οποίον λείπουν εκείνα τα προσόντα, τα τιποτένια, αλλά σπουδαιότατα για τες κοινωνικές επιτυχίες, με τα οποία και αυτός θα μπορούσε ν'ανέβη υψηλά όπως τόσοι και τόσοι άλλοι ίσοι του, και μερικοί μάλιστα κατώτεροί του. Χωρίς να το καταλάβη και ο ίδιος, με το να μη θέλει να σκύβη σιωπηλά εμπρός σε κάθε πρόληψι της εποχής του, να μη θέλει να συμμορφούται με το σοφό guarda e passa εμπρός σε κάθε κοινωνική σαπίλα, με το να έχη διαφορετικά ιδανικά από τους συγχρόνους του, του έκτισαν γύρω του τείχη και τείχη ανυπέρβλητα που τον έχουν χωρίσει από τον άλλο κόσμο [...]"
Και παρά το ότι όταν γράφονταν τα Τείχη από τον Καβάφη το 1896, ήταν μια μορφή διαμαρτυρίας για τον από οικονομικά ελατήρια αποκλεισμό του από τη ζωή της κοσμικής Αλεξάνδρειας και έμμεσα μια κριτική για την κάστα εκείνη που αποφάσιζε ποιος είναι αριστοκράτης ή όχι, στο πέρασμα του χρόνου το νόημα χάνει την όποια προσωπική χροιά κι αποκτά πανανθρώπινο, συμπαντικό χαρακτήρα.

80 χρόνια έχουν περάσει από τότε που ο Αλεξανδρινός ποιητής ολοκλήρωσε το προσωπικό του ταξίδι, αφήνοντας πίσω του πλούσιους κληρονόμους που σκύβουν πάνω από τα ανεκτίμητα ποιήματά του. Αυτό που απομένει είναι ν' ανακαλύψουμε αν τολμάμε να ζήσουμε δίχως τους βαρβάρους. Αν μπορούμε να σταθούμε με αξιοπρέπεια έξω από τα Τείχη που υψώνονται κάθε στιγμή, πόσο μπορούμε να μην κάνουμε τη ζωή μας ξένη φορτική...

Όσες φορές κι αν διαβάσω τα ποιήματά του, κάθε φορά θ' ανακαλύπτω ένα που μου είχε διαφύγει (;), αυτό που περίμενε την κατάλληλη στιγμή σαν το χαμένο χιλιοστό κομμάτι του παζλ που έλειπε για να συμπληρώσω άλλο ένα καρέ της προσωπικής μου διαδρομής.


Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης
29 Απριλίου 1863 - 29 Απριλίου 1933
ψυχή μου κα γάπη γεννήθηκαν τν δια μέρα.  (Μ.Πολυδούρη)

Πέμπτη, 25 Απριλίου 2013

Σελήνη


Στ' Ουρανού τά δώματα περιπλανιέσαι
Κόρη ευάστερε
σύ πού τά κορίτσια συμβουλεύεις
τή Ζωή νά ρουφούν
τού Θανάτου τίς μυλόπετρες νά μήν φοβούνται.
Πότε κοριτσάκι στά πρώτα του βήματα
στήν Αρτέμιδα νά εύχεται,
πότε έφηβη Σελήνη νά αστροποβολά στού Κόσμου τό κατώφλι,
πότε γυναίκα ώριμη
ν' αγγίζεις τούς τρείς κόσμους
τής Βασίλισσας Εκάτης,
καί πότε Κόρη νά σαλεύεις στού κάτοπτρου
τό βάθος.
Καλπάζουν τών θνητών οι χυμοί
στό πρώτο θεαμά σου
καί η Νύχτα χαμογελά σάν σκαρφαλώνεις
στού σκοταδιού τή σκάλα.
Η ασημιά σου λάμψη προσηλύτισε όλους τους ποιητάδες
η χάρη σου εγκυμονεί τίς θάλασσες τού κόσμου.
Στό παλάτι σου Ενδυμίωνες, αγέραστοι κι αθάνατοι
τού Ύπνου ικέτες προσέρχονται
άνδρες αδάμαστοι αφιερώνονται σ' εσένα.
Σύ η εικόνα τής κυκλικής ροής τού Παντός
ακοίμητη λυχνία σέ σένα αφιερώνουν.
Τά κορίτσια στ' ονομά σου αποχαιρετούν τόν ολόλευκο τόν κρίνο
τά τριαντάφυλλα ασπάζονται μουσκεύοντας μέ αίμα τό κορμί τους
γυναίκες γίνονται
εξορίζοντας τήν παιδικότητά τους.
Τά Ιερά τά Όσια ασπάραχτα τά δίνεις
μέ νερό καθάριο, πλακούντα καί μελόπιτες
τήν έγνοια σου ζητάω
κι εκλιπαρώ στό στιλπνό σου Φώς
πού τήν Νύχτα ντύνεις
νά χαίρομαι νά γελώ καί νά ονειροπολώ
καρδιώνοντας τήν Φύση μου
φορώντας τόν Λυρισμό τής Πανσελήνου.


 

Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Δάφνη


Η αγαπημένη τού Θεού Απόλλωνος, κόρη τού Πηνειού ή τού Λάδωνος καί τής Γαίας.
Πολλοί τήν ερωτεύθηκαν, μά εκείνη δέ νοιαζόταν καί όλους τούς απόφευγε.
Προτιμούσε μονάχη στά δάση νά πλανιέται, σάν τήν Άρτεμη αγνή κι ανέγγιχτη νά μείνει.
 Κι ο Θεός ο Φωτοδότης αφού τόν Πύθωνα εξόντωσε, τόν γιό τής Αφροδίτης τόν
Έρωτα ειρωνεύθηκε γιά τά δικά του βέλη. Κι εκείνος από θυμό, τήν καρδιά τού
Θεού σαϊτεψε κι Έρωτα τού ενέπνευσε γιά κείνη. Μέ τά λόγια ο Θεός δέν μπορεί
νά τήν μεταπείσει, η Νύμφη τρέχει νά σωθεί στήν αγκαλιά τού δάσους, μά ο
Απόλλων μη θέλοντας τά κάλη της νά χάσει τήν παίρνει στό κατώπι. Η φυγή τήν
έκανε πιό όμορφη νά μοιάζει, μέ τά λυτά μαλλιά της ν' ανεμίζουν στόν αέρα. Ο
Έρωτας έχει δώσει τού Θεού φτερά, τή Νύμφη πλησιάζει, σχεδόν μπορεί νά τήν
αγγίξει καί τών μαλλιών της τ' άρωμα ρουφά μέσα σέ μέθη.
Η Δάφνη αποκαμωμένη πιά τήν Μάνα της τήν Γή επικαλείται μέ προσευχή
σπαραχτική.
"Μητέρα βόηθα με κι άλλαξε τήν μορφή μου, γιατί είναι αιτία τής συμφοράς μου"
Καί η Μάνα της τήν άκουσε, μούδιασε τό κορμί της, λεπτός φλοιός κάλυψε τούς
μαστούς της. Τά χέρια της έγιναν κλαδιά καί τά μαλλιά της φύλλα, τά πόδια της
ευθύς στή γή ριζώσαν. Τ' όμορφο προσωπό της κάλυψε η φυλλωσιά τού θάμνου.
Μά ο Θεός φιλέσπλαχνος δέν έπαψε νά τήν θέλει. Τόν κορμό της μέ τήν λάμψη του
αγγίζει καί κάτω από τόν λεπτό φλοιό ακούει τήν καρδιά της. Κόβει μερικά
κλαδιά, μέ τό σώμα της στεφάνι πλέκει καί στό κεφάλι του φορεί αιώνια δικό
του. Προτρέπει τούς θνητούς νά πράτουνε τό ίδιο γιά προστασία από κάθε είδους
"κακού". Κάθε εννέα χρόνια πολλές Ελληνικές πόλεις εόρταζαν τά Δαφνηφόρια.
Στήν Θήβα η Πόλη τιμούσε τόν Θεό μέ μεγαλόπρεπη πομπή, όπου χορός παρθένων μέ
κλαδιά δάφνης στά χέρια τραγουδούσε στόν Απόλλωνα τά Δαφνηφορικά.


Διαχρονικά η δάφνη μάς δηλώνει τήν διάκριση στήν μάχη, στίς τέχνες καί στά
γράμματα. Είναι γνωστές οι φράσεις "έδρεψε δάφνες" ή "αναπαύεται στις δάφνες
του".Στη γλώσσα των λουλουδιών η δάφνη είναι το δέντρο της δόξας και τα φύλλα
της δείχνουν την απόλυτη αφοσίωση. Οι πρόγονοί μας τοποθετούσαν ένα κλαδί
δάφνης πάνω από το κεφαλόσκαλο αν κάποιος στο σπίτι ήταν άρρωστος, ενώ ο
Θεόφραστος αναφέρει πως όλοι σχεδόν μασούσαν ένα φύλλο δάφνης για να
αποφεύγουν την κακοτυχία. Ο λαός θεωρούσε ότι η δάφνη προστάτευε από τους
κεραυνούς και τις βροντές. Λέγεται ότι ο αυτοκράτορας Τιβέριος φοβόταν τόσο
πολύ τους κεραυνούς ώστε κρυβόταν κάτω απ' το κρεβάτι του και κάλυπτε το
κεφάλι του με φύλλα δάφνης όποτε ερχόταν μπόρα. Ένα δένρο δάφνης που πέθαινε
πρόλεγε ένα θάνατο στην οικογένεια, ή μια εθνική καταστροφή. Σύμφωνα με τους
συγγραφείς της εποχής, όλες οι δάφνες στη Ρώμη μαράθηκαν πριν από τον θάνατο
του Νέρωνα. Η δάφνη όταν καίγεται και παράγει δυνατό κρότο είναι οιωνός
καλοτυχίας, ενώ δυσοίωνα είναι τα πράγματα αν η καύση της συνοδεύεται μόνο από
καπνό. Με στεφάνια από κλαδιά δάφνης τιμούσαν ποιητές, στρατιώτες και
στρατηγούς που διακρίνονταν σε μάχη και αθλητές που διακρίνονταν στους αγώνες.
Η δάφνη συνδέεται με την επιτυχία και την τιμή, γι' αυτό τα μυνήματα που
ανήγγειλαν νίκη στη μάχη τυλίγονταν με φύλλα δάφνης, ενώ οι αγγελιοφόροι που
τα μετέφεραν κρατούσαν κλαδί δάφνης. Σε όλη τη διάρκεια της Ιστορίας
απεικονίζεται σε προτομές, νομίσματα και έργα Τέχνης. Ο Ιούλιος Καίσαρ
εκτίμησε ιδιαίτερα το ότι η Σύγκλητος τον τίμησε με το δικαίωμα να φέρει
δάφνινο στεφάνι. Στα Σατουρνάλια οι Ρωμαίοι κοσμούσαν τα σπίτια τους με
δάφνες.

Η λαϊκή σοφία λέει "φύτεψε μια δάφνη κοντά στο σπίτι για προστασία από τους
κεραυνούς, πάρτε ένα δέντρο δάφνης μαζί σας αν μετακομίσετε για να σας
ακολουθεί η καλοτυχία, βάλτε ένα φύλλο δάφνης μες το μαξιλάρι σας για να έχετε
όνειρα ευχάριστα κι ευοίωνα, σπάστε ένα κλαδάκι δάφνης και δώστε το μισό στον
αγαπημένο σας για να σας είναι αφοσιωμένος".
Η δάφνη έχει και χρήση θεραπευτική. Οι πρόγονοί μας χρησιμοποιούσαν φύλλα
δάφνης στα θερμά λουτρά για να ανακουφίζουν τα πονεμένα μέλη τους. Στην
πρακτική ιατρική, χρησιμοποιούσαν τον χυμό του καρπού της δάφνης ενάντια στο
δάγκωμα του φιδιού, στα τσιμπήματα εντόμων και στις μολυσματικές νόσους. Τα
φύλλα που έκοβαν από το πάνω μέρος των κλαδιών τα χρησιμοποιούσαν ως εμετικό,
ενώ από το κάτω ως καθαρτικό. Έβαζαν δάφνη στο αλεύρι και τύλιγαν με αυτή τις
γλυκόριζες και τα ξερά σύκα για να τα προστατέψουν από τα μαμούνια. Ο Νίκολας
Κάλπεπερ, άγγλος ιατρός, χρησιμοποιούσε το λάδι της για να σβήνει τα σημάδια
από μώλωπες, γδαρσίματα και εκδορές.  Η λέξη Bachelor, πτυχίο πρώτης βαθμίδας που έχουν οι Άγγλοι προέρχεται από τίς λέξεις Bacca-laureus πού σημαίνει καρπός δάφνης γιατί καί αυτοί έχουν τό φυτό ως σύμβολο σοφίας!
Τ' ονομά της τίμησαν δεκάδες πόλεις καί χωριά, δήμοι καί διαμερίσματα. Γυναίκες όπως η κόρη τού Τειρεσία, η κόρη τού Αμύκλα, η ποιήτρια Δάφνη Αιμιλία.
Ο Λόγγος ένας από τούς πρώτους μυθιστοριογράφους έγραψε τό Δάφνις καί Χλόη.
Διάσημες όπερες τής αφιερώθηκαν, όπως αυτή τού Γιάκοπο Πέρι πού θεωρείται πώς αποτελεί ιστορικά τό πρώτο έργο όπερας  καί συντέθηκε τήν περίοδο 1594-8, τού Μάρκο ντε Γκαλιάνο, τού Χάινριχ Σιτς καί βεβαίως η διασημότερη όλων, αυτή τού Ρίχαρντ Στράους.

Τί υπάρχει σέ ολόκληρο τόν κόσμο, ωραιότερο από ένα δάφνινο στεφάνι;
Τζόν Κήτς

 

Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κλύτε Μοίραι


Mοίρες

 
Κυριακή πρός Δευτέρα ξύπνησα αιφνιδίως τά ξημερώματα καί ώς συνήθως αναζήτησα τά βιβλία μου. Ξεκίνησα νά διαβάζω, εμπιστευόμενος τήν Θεά Τύχη, επιλέγοντας ένα βιβλίο στά σκοτεινά. Ήταν ένα ανθολόγιο Λυρικής ποίησης. Ακολουθώντας μιά παραπομπή, σηκώθηκα από τό κρεββάτι, οδηγούμενος απ' αυτήν, επισκέφθηκα τήν βιβλιοθήκη, καταλήγοντας στό Ανθολόγιο τού Στοβαίου. Ψάχνοντας τόν αρχικό μου προορισμό, έπεσα από Τύχη αγαθή σ' έναν Ύμνο αφιερωμένο στίς Μοίρες, πού δέν είχα προσέξει μέχρι τότε. Πιασμένος από αυτό το γαϊτανάκι, ολοκληρώνω την περιστροφή του στο "Αμφότεροι".     
Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι' άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ' ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ', Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ' άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ' αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.
 
 
Ο ύμνος αρχίζει με την κλασική του μορφή "Κλύτε" επικαλούμενος τις Μοίρες, αλλά τελειώνει με έναν πρωτόγνωρο, για μένα τουλάχιστον, τρόπο. Είναι μια επίκληση που απευθύνεται στις Μοίρες για τη σωτηρία μιας πόλης, ενώ συνήθως οι άνθρωποι επικαλούνται τους μεγάλους προστάτες πολιούχους Θεούς. Οι Μοίρες βέβαια διέθεταν δικούς τους ναούς στην Θήβα και στην Κόρινθο, αλλά ο ύμνος υποδηλώνει μια λατρεία πιο σημαντική κι επιβλητική απ' ό,τι νόμιζα μέχρι τώρα, διότι οι Μοίρες δεν θεωρούνται βασικές θεότητες της πόλης. Σχετίζονται με άτομα παρά με πόλεις.

Ο ποιητής του ύμνου ακολουθεί την Ησιόδεια παράδοση λέγοντας ότι κάθονται κοντά στον Δία, που είναι γνωστός κι ως Μοιραγέτης κι είχε ναό στους Δελφούς, όπως μας λέει ο Παυσανίας κι έναν βωμό στην Ολυμπία.

Παρατηρούμε πως ο ποιητής επικαλείται την μία από τις Μοίρες χρησιμοποιώντας το όνομα Αίσα, αντί του γνωστού Άτροπος, όπως και ο Όμηρος. Οι Μοίρες παίρνουν τις αποφάσεις τους χρησιμοποιώντας τις αδαμαντένιες τους σαϊτες, υφαίνοντας τα μήδεα που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα νήμα που υφαίνεται κατά την γέννηση του ανθρώπου είναι διαδεδομένη σε όλες τις περιόδους αυτού του τόπου. Ο ποιητής διαλέγει την Αίσα για τον ρόλο που παίζει στις σχέσεις μεταξύ Θεών και ανθρώπων. Ο Αισχύλος στις Χοηφόρες την αποκαλεί Αίσα φασγανουργόν και της αποδίδει ως έργο την επιβολή της τιμωρίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, την επικαλείται κι εδώ ο ποιητής για την αποκατάσταση της πολιτικής τάξης. Στον στίχο που τις επικαλείται ως "ουράνιαι χθόνιαί τε" μας δηλώνει τη διπλή φύση των Μοιρών. Είναι συγχρόνως Ολύμπιες και Χθόνιες, πότε καθισμένες δίπλα στο θρόνο του Διός και πότε απασχολημένες με τα προβλήματα των θνητών. Και λίγο πριν το τέλος, επικαλείται τις Μοίρες προκειμένου να προτρέψουν τις ευοίωνες Ώρες να συντροφεύσουν την πόλη.
Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.
Θεογονία Ησιόδου 

Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Ολυμπιακός

Ο Δίων είχε τήν τύχη νά ζήσει τόν δεύτερο αιώνα μ.κ.χ. μιά ιστορική περιόδο πού ήταν ίσως η ειρηνικότερη τής ανθρωπότητος. Οί βάρβαροι δέν είχαν εμφανισθεί ακόμη καί στήν τεράστια Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία πού απλώνονταν από τήν Σκωτία μέχρι τήν Αραβία επικρατούσε η Pax Romana. Ο Δίων ήταν περισσότερο ρήτωρ παρά φιλόσοφος. Έζησε σχεδόν τήν ίδια περίοδο μέ τόν Πλούταρχο.
Τόν Ολυμπιακό τόν εκφώνησε μπροστά στό χρυσελεφάντινο άγαλμα τού Διός στήν Ολυμπία, κατά τήν διάρκεια τών Ολυμπιακών αγώνων τού 105 μ.κ.χ. Θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στην ιστορία των θρησκειών. Ο ευσεβής Δίων, ως γνήσιος Έλλην, δεν στηρίζεται σε εξ αποκαλύψεως αλήθειες αλλά σε λογικά επιχειρήματα και λογικές υποθέσεις. Οι άνθρωποι δεν είναι δούλοι του Θεού αλλά απόγονοί του. Ο κόσμος δεν κυριαρχείται από το κακό και την αμαρτία, και δεν τον βαραίνει κανένα προπατορικό αμάρτημα. Η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται μεσσίες αλλά ποιητές και καλλιτέχνες. Ακολουθεί παρακάτω ένα απόσπασμα της ομιλίας του, ιστορικό πόνημα της Ελληνικής Θρησκείας.
 
"Για τη φύση των θεών γενικά, και κυρίως για τη φύση του ηγεμόνα σύμπαντος, αρχικά γεννήθηκε μια αντίληψη, μια ιδέα κοινή σε όλο το ανθρώπινο γένος, τόσο στους Έλληνες όσο και στους βαρβάρους, αναπόφευκτη και έμφυτη σε κάθε λογικό πλάσμα. Μια αντίληψη που γεννιέται με τρόπο φυσικό, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου θνητού δασκάλου και χωρίς τις απατεωνιές των μυσταγωγών. Και φανέρωνε η κοινή αυτή αντίληψη τη συγγένεια του θεού με τους ανθρώπους, και παρείχε πολλά τεκμήρια της αλήθειας, που δεν επέτρεπαν στους αρχαίους να αδιαφορούν και να κοιμούνται όρθιοι. Και καθώς δεν γεννήθηκαν ούτε ζούσαν έξω και μακριά από το θείο ον, μα βρίσκονταν στο κέντρο του – μάλλον, θα έλεγα, γεννήθηκαν μαζί με εκείνο και του ήταν προσκολλημένοι με κάθε τρόπο – θα ‘ταν αδύνατο να παραμείνουν άφρονες. Πόσο μάλλον ο θεός τούς έδωσε τη νοημοσύνη και τον Λόγο, και από παντού δέχονταν την λάμψη των μεγάλων θεϊκών φασμάτων του ουρανού και των άστρων και του ήλιου και της σελήνης, αντικρίζοντας νύχτα μέρα λογιών λογιών μορφές και εικόνες ανεξήγητες κι ακούγοντας κάθε είδους φωνές, του δάσους και του αγέρα και των ποταμών και της θάλασσας, κι ακόμη, των ζώων, ήμερων και άγριων. Κι οι ίδιοι, προφέροντας φθόγγους γλυκύτατους και καθαρότατους και απολαμβάνοντας την ειδημοσύνη και υψηλοφροσύνη της ανθρώπινης λαλιάς, έδιναν συμβολικές ονομασίες στα πράγματα που συλλάμβαναν οι αισθήσεις τους, ώστε να μπορούν να μιλούν γι’ αυτά και να εκφράζουν τη σκέψη τους με σαφήνεια, αποκτώντας έτσι με ευκολία μνήμες και έννοιες αμέτρητων πραγμάτων. Πώς θα μπορούσαν λοιπόν να αγνοήσουν και να μην υποψιαστούν καν την ύπαρξη εκείνου που έσπειρε και φύτεψε και διατήρησε και έθρεψε, τη στιγμή που η όραση και η ακοή τους κι όλες τους οι αισθήσεις πλημμύριζαν από τη θεία φύση; Κατοικούσαν τη γη, μα βλέπαν το φως να έρχεται εξ ουρανού. Και δεν τους έλειπε η τροφή, γιατί ο θεός, ο πρόγονός τους, την είχε προετοιμάσει και τους την παρείχε σε αφθονία. Οι πρώτοι-πρώτοι άνθρωποι, γεννημένοι καθώς ήσαν μέσα από τη γη, στην αρχή τρέφονταν με γήινα υλικά γιατί ο πηλός τότε ήταν παχύς και μαλακός, και τον έγλυφαν από τη γη όπως τα βρέφη από τη μάνα, κι όπως και τώρα τα φυτά τραβούν την υγρασία της γης. Οι κατοπινοί άνθρωποι τρέφονταν με έτοιμους καρπούς και τρυφερά βοτάνια, κι έπιναν απ’ τις γλυκιές δροσοσταλιές και

τα νερά τα πόσιμα απ’ τις πηγές των Νυμφών,

Ακόμα κι από τον αέρα που τους περιέβαλλε τρέφονταν, αδιάκοπα καθώς ανάσαιναν την υγρασία του, σαν νήπια που δεν τους λείπει ποτέ το γάλα κι έχουν το μαστάρι πάντα στα χείλη. Θα ήταν ίσως σωστότερο να λέγαμε πως αυτή ήταν η πρώτη τροφή των ανθρώπων, και των πρώτων και των κατοπινών. Το βρέφος, βγαλμένο μόλις από την κοιλιά, αδύναμο και νωθρό ακόμα, το δέχεται η γη, η πραγματική του μάνα. Μα κι ο αέρας, σαν πνέει μέσα του και του δίνει ζωή, παρέχοντάς του τροφή πιο μαλακή κι από το γάλα, το ξεσηκώνει ευθύς και του δίνει τη δύναμη να βγάλει μια κραυγή. Εύλογα θα έλεγε κανείς πως αυτό το μαστάρι της πρόσφερε πρώτο η φύση στους νεογέννητους ανθρώπους. Και καθώς οι άνθρωποι έφερναν στο νου τους τα όσα βίωναν, δε μπορούσαν παρά να νοιώθουν θαυμασμό και αγάπη για το θείο ον. Κι επιπλέον, πρόσεχαν τις εποχές και το ότι η εναλλαγή τους γίνεται προς χάρη της διατήρησής μας με τόση ακρίβεια, οικονομία και μέτρο. Κι ακόμη, κατείχαν το δώρο των Θεών που τους έκανε ανώτερους από τα άλλα ζώα: το ότι συλλογίζονταν και στοχάζονταν τους Θεούς.
Περίπου το ίδιο θα ήταν, αν σήμερα παραδίδατε έναν άνθρωπο – Έλληνα ή βάρβαρο, αδιάφορο – σε κάποιο μυστικό Ιερό υπερφυσικής ομορφιάς και μεγέθους, προκειμένου να μυηθεί. Κι αν αντίκριζε πολλά μυστηριώδη οράματα, άκουγε πλήθος ακατάληπτες φωνές, έβλεπε το φως και το σκοτάδι να εναλλάσσονται κι άλλα πολλά να συμβαίνου. Και αν, όπως στη λεγόμενη τελετή του ενθρονισμού, σύμφωνα με το έθιμο, οι μύστες έβαζαν τους μυούμενους να καθίσουν, και χόρευαν γύρω τους σε κύκλο: άραγε θα ήταν λογικό να μείνει ασυγκίνητος ο άνθρωπος αυτός και να μη βάλει με το νου του πως ό,τι συμβαίνει γύρω του, γίνεται με σοφή πρόθεση και προπαρασκευή; Ακόμα και βάρβαρος να ήταν, από τόπο μακρινό και ανώνυμο, και χωρίς τη βοήθεια κάποιου οδηγού ή διερμηνέα – αρκεί που θα είχε ανθρώπινη ψυχή. Ή μήπως είναι ακατόρθωτο αυτό; Κι όταν ολόκληρο το ανθρώπινο γένος μυείται σε μια τελετή αληθινά τέλεια και ολοκληρωμένη, όχι μέσα σε ένα μικρό οίκημα που χτίστηκε από τους Αθηναίους για να δεχτεί μια ομάδα ανθρώπων, μα μέσα στο ίδιο το σύμπαν, μέσα σε αυτό το πολύμορφο δημιούργημα της Σοφίας, όπου βλέπει κανείς χιλιάδες θαυμαστά πράγματα, κι όπου μυσταγωγοί δεν είναι κάποιοι θνητοί όμοιοι με τους μυούμενους, αλλά Θεοί αθάνατοι που μυούν θνητούς ανθρώπους, και μέρα νύχτα, στο φως του Ήλιου και των άστρων – αν επιτρέπεται να το πω έτσι – κυριολεκτικά χορεύουν γύρων τους ασταμάτητα. Είναι δυνατό, τίποτα από όλα τούτα να μη συλλάβουν με τις αισθήσεις τους οι άνθρωποι και να μην υποψιαστούν το παραμικρό; Και πολύ περισσότερο, είναι δυνατό να αγνοήσουν τον κορυφαίο του χορού, που κυβερνά τα πάντα και διευθύνει ολόκληρο το σύμπαν σαν σοφός κυβερνήτης ενός τέλεια εξοπλισμένου πλοίου;

Όχι, δεν είναι απορίας άξιο το ότι συμβαίνει αυτό με τους ανθρώπους. Είναι όμως άξιο απορίας τ’ ότι μέχρι και τα θηρία, που δεν έχουν νου και λογισμό, αναγνωρίζουν και τιμούν τον Θεό και πρόθυμα ζουν σύμφωνα με το νόμο του. Και τα φυτά ακόμη – πράγμα πολύ πιο παράξενο – που δεν έχουν την παραμικρή αντίληψη για τίποτα, και άψυχα και άφωνα υπακούν σε απλούς νόμους της φύσης. Ως και τα φυτά, εκούσια παράγουν, το καθένα τους καρπούς που ορίζει η φύση του. Τόσο φανερή και ξεκάθαρη είναι η βούληση και δύναμη τούτου του θεού. Στην επιχειρηματολογία μου αυτή, μήπως σας φανώ γελοίος και παρωχημένος, αν υποστηρίξω πως η σύνεση αυτή ταιριάζει καλύτερα στα ζώα και τα δέντρα απ’ ό,τι σε εμάς η αμάθεια και η άγνοια; Όταν ορισμένοι, που ‘χουν γίνει σοφώτεροι από τους πάντες κι έχουν βουλώσει τα αυτιά τους – όχι με κερί σαν τους Ιθακήσιους ναύτες, για να μην ακούσουν το τραγούδι των Σειρήνων, παρά με κάποιο υλικό σαν το μόλυβδο που ‘ναι μαλακός και δεν τον διαπερνά η ανθρώπινη φωνή – και μπρος στα μάτια τους έχουν βάλει ένα παραπέτασμα από σκοτάδι και ομίχλη, εκείνο που όπως λέει ο Όμηρος εμπόδιζε να αναγνωρίσουν τον Θεό όταν εκείνος είχε συλληφθεί, καταφρονούν τα θεία και καθιερώνουν μία και μόνη Θεά, μιαν εξαχρειωμένη και παράλογη που την ονομάζουν Ηδονή και προσωποποιεί τον τρυφηλό βίο, την αδιαφορία και την απεριόριστη ύβρη – μια πραγματικά θηλυκή Θεά – και προτιμούν αυτήν και τη λατρεύουν με κύμβαλα και άλλους θορύβους και με αυλούς μες στα σκοτάδια. Καμιά κακία δεν θα τους κρατούσε κανείς για τα γλέντια τους, αν η σοφία τους περιοριζόταν στα τραγούδια τους. Όχι όμως και να μας στερήσουν τους Θεούς μας και να τους πετάξουν έξω από την ίδια τους την πόλη, το ίδιο τους το βασίλειο, τον κόσμο ετούτο, για να τους ξαποστείλουν σε κάτι μέρη απίθανα, σαν ανθρώπους κακότυχους που τους στέλνουν εξορία σε ερημονήσια. Και να ισχυρίζονται πως το σύμπαν δεν εμπεριέχει κανένα νόημα και καμία λογική, είναι αδέσποτο και ακυβέρνητο, και δίχως διαχειριστή και επόπτη πάει κι έρχεται στα κουτουρού. Και κανείς δεν προνοεί τώρα γι’ αυτό, αλλά μήτε και στο παρελθόν το δημιούργησε ποτέ κανείς – έστω να το έθεσε σε κίνηση, όπως τα παιδιά που δίνουν μια σπρωξιά στη ρόδα κι ύστερα την αφήνουν να κυλά από μόνη της.

Η σύλληψη της έννοιας του Θεού και η αντίληψη της ύπαρξής του έχει ως πρώτη πηγή την έμφυτη εκείνη ιδέα, που ‘ναι κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Μια ιδέα που γεννιέται από τα ίδια τα έργα, την ίδια την πραγματικότητα, και που δεν οφείλεται σε κάποια πλάνη ούτε και σχηματίστηκε τυχαία, αλλά είναι πανίσχυρη και υπάρχει ανέκαθεν. Εμφανίστηκε και εξακολουθεί να παραμένει σε όλα τα έθνη και αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των έλλογων όντων.

Και ως δεύτερη πηγή προσδιορίζουμε την επίκτητη αντίληψη, που την ενσταλάζουν στις ψυχές οι διηγήσεις, οι μύθοι και τα έθιμα – που άλλα είναι άγραφα και δίχως πατρότητα κι άλλων η πατρότητα είναι πασίγνωστη. Ας πούμε πως ένα μέρος αυτής της επίκτητης αντίληψης έχει εθελούσιο και παραμυθητικό χαρακτήρα και ένα άλλο μέρος υποχρεωτικό και προστακτικό. Και ως αυθόρμητο και παραμυθητικό εννοώ εκείνο που ανήκει στις αρμοδιότητες των ποιητών, ενώ ως υποχρεωτικό εκείνο που ανήκει στην αρμοδιότητα των νομοθετών. Κανένα από τα δύο βέβαια, δεν θα μπορούσε να έχει ισχύ, αν δεν προϋπήρχε η πρώτη εκείνη έμφυτη ιδέα που εξ αιτίας της, με τη θέλησή τους οι άνθρωποι και κατά κάποιο τρόπο ξέροντάς τα κι ίδιοι από τα πριν, δέχτηκαν τα παραγγέλματα των νομοθετών και τις παραμυθίες των ποιητών – άλλα σωστά, που δείχνουν τον ορθό δρόμο με συνέπεια, και μερικά πλανεμένα.


Στην ομιλία μου αυτή δεν θα μπορούσα να υποστηρίξω ποια από τις δύο προηγήθηκε σε εμάς τους Έλληνες – η ποίηση ή η νομοθεσία. Ίσως όμως ταιριάζει, εκείνο που χρωστά την ύπαρξή του στην πειθώ και όχι στην τιμωρία, να είναι αρχαιότερο από κείνο που επιβάλλεται με την τιμωρία και την προσταγή. Μέχρι τώρα λοιπόν, η αίσθηση των ανθρώπων για τον πρώτο και αθάνατο γονέα τους, αυτόν που εμείς οι «της Ελλάδος κοινωνούντες» ονομάζουμε Πατρώο Δία, προϋπάρχει με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που προϋπάρχει στον άνθρωπο η αίσθηση για τον ανθρώπινο, το θνητό γονιό. Διότι η καλοσύνη κι η λατρεία του παιδιού για το γονιό υπάρχει κατά πρώτον από φυσικού της χωρίς να του τη διδάσκει κανείς, κι οφείλεται στις ευεργεσίες που δέχεται από το γονιό: απ’ τη στιγμή που θα γεννηθεί, το παιδί ανταποδίδει την αγάπη και λατρεύει με όλη του τη δύναμη εκείνον που το γέννησε και που το τρέφει και το αγκαλιάζει με στοργή. Και κατά δεύτερον και τρίτον, καλλιεργείται από τους ποιητές και τους νομοθέτες. Οι πρώτοι μάς προτρέπουν να μην τσιγκουνευόμαστε την ευγνωμοσύνη μας προς τον σεβαστότερο συγγενή μας, το αίτιο της ζωής και της ύπαρξής μας, και οι δεύτεροι εξαναγκάζουν και απειλούν με τις τιμωρίες όσους δεν συμμορφώνονται – χωρίς ωστόσο να ξεκαθαρίζουν και να δείχνουν ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι «γονείς» και για ποιες ευεργεσίες μάς διατάζουν να μην αφήσουμε ανεξόφλητα χρέη. Το διαπιστώνεις αυτό και στους νομοθέτες και στους ποιητές. Κυρίως στις ιστορίες τους και στους μύθους γύρω απ’ τους Θεούς.

Το καταλαβαίνω κι εγώ, ότι η επιδίωξη της ακρίβειας πάντα είναι κοπιαστικό πράγμα για τον περισσότερο κόσμο. Πόσο μάλλον η ακρίβεια στις ομιλίες, όταν το μόνο που ενδιαφέρει τους ομιλητές είναι να πουν πολλά, και χωρίς κανένα πρόλογο, χωρίς να έχουν καθορίσει ποιο είναι το θέμα τους, χωρίς καν να ξεκινούν από κάποια αρχή, αλλά κατευθείαν, με άπλυτα πόδια όπως λένε, μας παρουσιάζουν πράγματα πασίγνωστα που δεν κρύβουν τίποτα αξιόλογο. Όσο για τα άπλυτα πόδια, μικρό το κακό, μιας κι έχουν να περπατήσουν μέσα από ένα σωρό σκουπίδια και λάσπη. Αυτό που κάνει μεγάλη ζημιά στο κοινό, είναι η γλώσσα της αμάθειας. Αναμφίβολα όμως, οι ακροατές με κάποια παιδεία, που αξίζει να ακούς την άποψή τους, θα μπουν κι αυτοί στον κόπο και θα σε συνοδεύσουν ώσπου να περάσεις τη στροφή και ν’ αφήσεις το δύσβατο μονοπάτι για να μπεις στην ευθεία οδό.

Τώρα που έχουμε μπρος μας τα τρία είδη γένεσης της ανθρώπινης αντίληψης περί Θεού, την έμφυτη, την ποιητική και τη νομική, ας αναφέρουμε και την τέταρτη: την πλαστική και καλλιτεχνική, των τεχνιτών που φτιάχνουν αγάλματα και εικόνες Θεών. Και εννοώ τους ζωγράφους και τους αδριαντοποιούς και γλύπτες, κοντολογίς όσους θεωρούν τον εαυτό τους άξιο να αναπαραστήσει τη θεϊκή φύση μέσα από την τέχνη: είτε μέ μιάν ασήμαντη σκιαγραφία που ξεγελάει το μάτι, είτε με συνδυασμούς χρωμάτων και γραμμή αυστηρή και σχεδόν ακριβέστατη, είτε με τη γλυπτική πάνω σε πέτρα ή σε ξύλο όπου ο καλλιτέχνης αφαιρεί το περιττό υλικό για να απομείνει η μορφή που θα βλέπουμε, είτε με το χύσιμο του μπρούντζου και άλλων παρόμοιων πολύτιμων μετάλλων σφυρηλατημένων ή λιωμένων μέσα σε καλούπια είτε με το πλάσιμο του κεριού που εύκολα ανταποκρίνεται στο άγγιγμα του καλλιτέχνη και επιδέχεται κάθε είδους διόρθωση. Ένας από αυτούς ήταν ο Φειδίας – αλλά και ο Αλκαμένης κι ο Πολύκλειτος, κι ακόμα, ο Αγλαόφων κι ο Πολύγνωτος κι ο Ζεύξις και πριν απ’ όλους αυτούς ο Δαίδαλος".


Δωδωναίε μεγασθενές αριστοτέχνα πάτερ 

Τρίτη, 2 Απριλίου 2013

O Δάσκαλος τών φτωχών

Ιωάννης Ερρίκος Πεσταλότσι


Στό κελάρυσμα τών χρόνων υπάρχουν άνθρωποι πού μέ τήν παρουσία τους κοσμούν τό
Ανθρώπινο είδος. Ένας από αυτούς πού έκανε τήν αγάπη πράξη στήν Ζωή του είναι
ο μεγάλος Ελβετός παιδαγωγός Πεσταλότσι.

Ου συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν.
Σοφοκλέους Αντιγόνη

Γεννήθηκε το 1746 στη Ζυρίχη και πέθανε το 1827 στό Μπρίγκ Αργάου και από
ηλικία 5 ετών ήταν ορφανός από τόν ιατρό πατέρα του καί μεγάλωσε μέ τήν μητέρα
του και την παιδαγωγό Μπαμπέλι. Επηρεασμένος από τον Διαφωτισμό, τόν 
Μπάζεντοφ και κυρίως από τόν Ρουσσώ πού μέ τό έργο του Αιμίλιος ή Περί Αγωγής
(1762) πού είναι μια πραγματεία πάνω στην ανατροφή τού σύγχρονου άνδρα και
πολίτη της νέας εποχής και εκφράζει ένα νέο όραμα για την τοποθέτηση της
παιδικής ηλικίας μέσα στην κοινωνία, αφοσιώθηκε στην παιδαγωγική.
 Τό 1769 αγόρασε ένα αγρόκτημα στό Νόιχοφ πού τό μετέτρεψε σέ σχολείο γιά
φτωχά και εγκαταλελειμμένα παιδιά. Τό εγχείρημα του διήρκησε 10 χρόνια, αλλά
κάτω από τό βάρος κυρίως οικονομικών δυσκολιών αναγκάστηκε νά τό εγκαταλείψει.


Ο Πεσταλότσι τότε αφιερώθηκε στή συγγραφή όπου σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία μέ
τά έργα του "Λεονάρδος και Γερτρούδη",  ενώ αποκαλυπτικό για τις αντιλήψεις
του σχετικά με τη μοίρα και την ουσία τής ανθρωπότητας είναι τό έργο "Οι
έρευνές μου πάνω στην πορεία της φύσης", στην εξέλιξη του ανθρώπινου γένους
(1797). Αργότερα ακολούθησαν τα έργα "Πώς η Γερτρούδη διδάσκει τα παιδιά της"
(1801), τό "Βιβλίο των μητέρων" (1803), καθώς και το αυτοβιογραφικό "Κύκνειο
άσμα" (1825).
Μετά από ένα σύντομο διάστημα, στη διάρκεια του οποίου εργάστηκε
ως απλός δάσκαλος μιάς ομάδας ορφανών τού πόλεμου, στην πρωτεύουσα τού
καντονιού Ουντερβάλντεν, Στανς, ο Πεσταλότσι κατάφερε τό 1799 νά αποκτήσει από
τήν Ελβετική κυβέρνηση τόν πύργο του Μπούργκντορφ κοντά στή Βέρνη, όπου
συνέχισε τό παιδαγωγικό του έργο. Τό 1805 δημιούργησε στό Ιβερντόν (κοντά στο
Νεσατέλ) εκπαιδευτικό ίδρυμα με οικοτροφείο στό οποίο προσαρτήθηκε και ένα
διδασκαλείο, που απέκτησε μεγάλη φήμη και προσέλκυσε μαθητές και επισκέπτες,
μεταξύ τών οποίων ήταν ο φιλόσοφος Γιόχαν Φίχτε και οι παιδαγωγοί Φρίντριχ
Φρέμπελ και Γιόχαν Χέρμπαρτ.
 Μέσα από τα έργα του και τίς πολλές εκπαιδευτικές
προσπάθειές του, ο Πεσταλότσι αναδείχθηκε ως μεγάλος παιδαγωγός, κυρίως επειδή
υποστήριξε με σθένος το δικαίωμα του λαού γιά μόρφωση. Ο Πεσταλότσι υποστήριζε
ότι η αποστολή της εκπαίδευσης είναι η προώθηση τής ανάπτυξης τής ανθρώπινης
φύσης που είναι πνεύμα, ελευθερία και δράση, με σκοπό την προετοιμασία του
παιδιού ώστε να ασκήσει ενσυνείδητα τα καθήκοντά του ως κοινωνικό και πολιτικό
Όν. Σκοπός τής αγωγής του ανθρώπου σύμφωνα με τον Πεσταλότσι είναι η
καλλιέργεια τής διανοητικής, φυσικής μόρφωσης καί ή καλλιέργεια τού Ήθους (εκπαίδευση
της καρδιάς), γι’ αυτό τό λόγο υπογραμμίζει την αναγκαιότητα για καθολική
παιδεία, γιά μόρφωση όλων τών κοινωνικών στρωμάτων. Απώτερος στόχος τής
ευρείας διαπαιδαγώγησης είναι η αναμόρφωση τής κοινωνίας, η διατήρηση τού
κράτους και η παγίωση της ισότητας καί τής ελευθερίας.
Ο δάσκαλος πρέπει να προκαλεί το ενδιαφέρον τών μαθητών, να παρουσιάζει την
ύλη σταδιακά για τήν εμπέδωση της, να προσαρμόζει τή διδασκαλία στίς ανάγκες
τών μαθητών καί νά προσπαθεί να υπάρχει οργανική σχέση στα περιεχόμενα τής
μάθησης.


Είναι ο εισηγητής τής αλληλοδιδασκαλίας τών μαθητών καί από αυτόν εμπνεύσθη ο Καποδίστριας τό παιδαγωγικό σύστημα πού ήθελε νά εφαρμόσει στό νεοσύστατο Ελληνικό κράτος.
Αυτό πού προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το στοιχείο της αγάπης, που είναι διάχυτο σε όλο του τό έργο. Η αγάπη ώς απαραίτητο στοιχείο τής ανθρώπινης ύπαρξης καί ώς κεφαλαιώδες θέμα τού πεσταλότσειου παιδαγωγικού έργου, ήταν ταυτόχρονα καί ο βαθύτερος σκοπός τής αγωγής του.

Στό κάθε παιδί, που μπαίνει στή ζωή απ΄τη χρυσή πόρτα τής στοργής καί τό
συντροφεύει ο ειλικρινής έπαινος, στήν άρπα της ψυχής του κουρδίζεται μια
ευγενική χορδή.
Πεσταλότσι