Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Για να βρει η κορφή τον πάτο...

 I
-Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια; είπε μ' ένα στραβό χαμόγελο κάνοντας μια ελλειπτική περιστροφική
κίνηση γύρω απ' τη σκέψη που συννέφιαζε την εικόνα του. Σαν μια στιγμή ήταν. Κοίτα με, είπε,
δείχνοντάς μου την απορημένη έκφραση των χεριών του. Είμαι εξήντα χρονών κι όμως νοιώθω νέος.
Είμαι νέος κι όμως αυτά μαρτυρούν το αντίθετο. Όπου κι αν κρυφτώ, όσο κι αν τρέξω, σαν
μαρσιποφόρο τον τρέφω με τις σάρκες μου...
Δεν γύρευε φιλοδώρημα, ούτε τον μαγικό καθρέφτη του παραμυθιού. Γνώριζε καλά τί του συνέβαινε.
-Δεν σου φαίνεται φίλε μου, του είπα ειλικρινά, μα στη φωλιά που είχε σκάψει ο χρόνος στο μέτωπό
του, η ειλικρίνεια ήταν ένα πολύχρωμο πουλί που συνεχώς αποδημούσε.
-Λίγο πάνω, λίγο κάτω, δεν έχει σημασία κορίτσι μου.
Εκστασιασμένος, σαν αγγελιοφόρος που ορμά στη σκηνή, μεταφέροντας πρώτιστα με το σώμα του
τα μαντάτα για την έκβαση μιας μακρινής μάχης, κι ύστερα με τα ξέπνοα λόγια... έτσι μου 'μοιαζε
όπως τον έβλεπα να πάλλεται σαν τόξο χωρίς βέλη. Ο κρατήρας που είχε σχηματίσει το στόμα του
σείστηκε και τίναξε μύδρους από στάχτη. 
-Μα πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια..; ξαναρώτησε, μα αυτή τη φορά κάποιον άλλο.
 Ίσως τον φανταστικό του φίλο. Όλα τα παιδιά έχουν έναν.

II
-Θα με βγάλεις μια φωτογραφία; η παρακλητική χροιά που τόνιζε ακόμα περισσότερο τους ερυθρόδερμους επισκέπτες που στάθηκαν στο πρόσωπό του, σκούπισε το ξάφνιασμα απ' το βλέμμα μου και γέννησε ένα πρόωρο μα υγιές χαμόγελο.
Τα γαλανά ξεθωριασμένα μάτια του είχαν μια γλυκύτητα και μαρτυρούσαν νιάτα. Σαν κάτι να κόχλαζε στον πυθμένα τους, πετούσαν εδώ κι εκεί γκρίζες ανταύγειες. Κρατούσε στο χέρι του μια σακούλα. Κάπου εκεί μέσα βρισκόταν τσαλακωμένη κι η απόδειξη που έψαχνα. Αυτή που προσπαθούσε εκείνος να χάσει. Μια απόδειξη συμβιβασμού.
Του ζήτησα ευγενικά να την αφήσει παράμερα. Ήταν τόσο ξένη μέσα σ' αυτό τον πράσινο διάκοσμο.
Με ευχαρίστησε και αφού με μέτρησε στο ζύγι της διακριτικότητας, μου έπιασε μια στρογγυλή κουβέντα. Λίγο πριν περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή  χρήσης/κατάχρησης του χρόνου, μου έπιασε  φιλικά το χέρι.
-Κορίτσι μου, μπορεί να σου φαίνεται αστείο κι ίσως εσύ αύριο να μη θυμάσαι τίποτα, όμως εγώ... θα περιμένω την φωτογραφία. Θα την αφήσω στα παιδιά μου για να με θυμούνται. 
Πήρε την σακούλα του και με χαιρέτισε εγκάρδια, σα να 'ταν βέβαιος πως κάπου θα ξανασυναντηθούμε.

III
Μια σύντομη έρευνα ανάμεσα στα λόγια που έπεφταν απ' τα τραπεζάκια του καφενείου στάθηκε αρκετή. Είχα εντοπίσει τον ένοχο. Αυτόν που είχε βουτήξει την τύχη μου και χαχάνιζε αγκαλιά με το έπαθλο. Αυτό που υποτίθεται ότι θα κέρδιζα εκείνο το βράδυ.
Το δερμάτινο καπέλο που φορούσε, το υποτονικό φως και μια παιδιάστικη αντιδραστικότητα δεν μου επέτρεπαν να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Η ταμπέλα που του φόρεσα κάλυπτε και τα τελευταία αναγνωριστικά ίχνη. Ήταν κλέφτης.
Πώς τα 'φερε έτσι η βραδιά κι έπεσα πάνω του. Η μεγάλη επιφάνεια του νυχτερινού ουρανού είχε βοηθήσει να ξεθυμάνει  ο κορεσμένος εγωισμός μου... Κι ένα κεντρί όξυνε την περιέργειά μου να γνωρίσω λίγο καλύτερα τον τύπο που η Τύχη προτίμησε να του χαμογελάσει. Ένα μικρό κομμάτι μου που κρυβόταν στις σκιές ήλπιζε χαιρέκακα πως ίσως και να είχα την ευκαιρία να τον πληγώσω, πετώντας του καμμιά αιχμηρά πικραμένη εξυπνάδα. Τί το 'θελα όμως αυτό το μετωπικό άνοιγμα; Έβγαλε το καπέλο του κι αντίκρυσα έναν χαμογελαστό άντρα που θα μπορούσε να ήταν ο παππούς μου. Χείμαρρος, καλοτύχιζε τα χρόνια που πέρασαν, τα ήμερα πρωινά που ακόμα ξημερώνουν φως κι όσα η ζωή του επέστρεψε σαν κάτοπτρο για την αβρότητα που ξόδεψε ανυπολόγιστα. Τον έβλεπα να διαθλά στο διάφανο πρίσμα των μαλλιών του τα ζωηρά χρώματα της ίριδας, με τα οποία έντυνε κάθε λεπτομέρεια των ογδόντα τριών του χρόνων. Τα λόγια του δεν ήταν θριαμβευτικά, μήτε κι έσερναν άταφα σώματα αντιπάλων στα πεδία των μαχών. Ήταν μάλλον σαν το θρόισμα των φύλλων ενός πλατάνου, που αβίαστα έβλεπε τον ποταμό να φουσκώνει και ν' αδειάζει, μέχρι να βρει η κορφή τον πάτο στην κούπα της ζωής...



Πιε τη γιε μου, πιε τη και ξαναγέμισέ τη
και δως στο γείτονά σου που κάθεται κοντά σου.
 Ας την ανεβάσουμε στα επουράνια
κι ας την κατεβάσουμε στα καταχθόνια.
 Δως της μια να πάει κάτω
για να βρει η κορφή τον πάτο.  
 

Τρίτη, 26 Μαρτίου 2013

Συμφωνία 9η



Δέν χρειάζεται νά "εκφωνήσουμε" έναν επικήδειο λόγο γιά κάποιον αθάνατο στήν συλλογική μνήμη, πού μέ τήν Μουσική του κατήργησε τά σύνορα καί αδελφοποίησε τούς Λαούς. Ο Γίγαντας, ο
υμνητής τής Φύσης, " Έχω την εντύπωση πως κάθε δέντρο μου λέει: Αγιότητα,
Αγιότητα… Ποιος μπορεί να τα εκφράσει όλα αυτά; Κι αν όλα χαθούν, απομένει η
γη, ακόμα και το χειμώνα", ο Ηρακλής τής Μουσικής, ο Λουντβίχ Βαν Μπετόβεν...
Κάτω από το μαξιλάρι του έχει τά έργα του Ομήρου, του Πλάτωνα, του Πλουτάρχου,
του Όσσιαν, και του Γκαίτε ενώ μελετούσε συχνά Αριστοτέλη, Τάκιτο, Κικέρωνα,
Σασινύ, Πεσταλότσι και Καντ.
Το 1823 ολοκληρώνει τήν "9η Συμφωνία" ή "Ύμνος στη Χαρά" καί ο Άνθρωπος
αποθεώνεται. Γράφει σέ ιδιαίτερα δύσκολες συνθήκες, σωματικοί πόνοι, οικονομικά
προβλήματα, συνεχής αγωνία γιά τόν άστατο ανεψιό του Κάρλ τού οποίου έχει τήν
κηδεμονία. Στην  "Ωδή στη χαρά" ο Μπετόβεν μιλά, μέσω βέβαια τού Shiller, για την
κοινή Μοίρα όλων των ανθρώπων στο μακρύ Δρόμο της Ανθρωπότητας, για την τελική
ένωση όλων των Ψυχών στο Πάν.


Η 9η Συμφωνία ταύτισε τά πιό ετερόκλητα κινήματα στήν ιστορία τής
Ανθρωπότητος. Το 1915 ορίστηκε ώς ο ύμνος των συμμαχικών δυνάμεων τού Α'
παγκοσμίου πολέμου ενάντια στις λεγόμενες «κεντρικές δυνάμεις», Γερμανία και
Αυστρο-Ουγγαρία, άν καί ό Μπετόβεν ήταν Γερμανός. Στη συνέχεια υιοθετήθηκε δε
η «Ωδή στη Χαρά» που συμβολίζει την ελευθερία και την αδελφοσύνη των λαών (...
seid umschlungen, Millionen ...), ως ύμνος της Κοινωνίας των Εθνών, προδρόμου
οργανισμού του ΟΗΕ.  Απ' την άλλη πλευρά και τα συνέδρια του γερμανικού
ναζιστικού κόμματος άρχιζαν με την εκτέλεση αυτού του έργου! Αποτελεί τον
«ύμνο» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όταν αυτή εκπροσωπείται επίσημα σε διεθνείς
διοργανώσεις και τελετές. Έγινε ορόσημο σέ χώρες πού δέν έχουν καμιά σχέση μέ
τήν Μουσική Παράδοση τής Ευρώπης, όπως η Κίνα καί η Ιαπωνία. Ιάπωνες
αξιωματικοί, αιχμάλωτοι πολέμου ζήτησαν το 1918 να παιχτεί για ψυχαγωγία τους
στό στρατόπεδο Bando που είχαν απομονωθεί, η 9η συμφωνία του Μπετόβεν, η οποία
στα γιαπωνέζικα έχει τό δικό της όνομα, Νταϊκού (Μεγάλη Ενάτη). Επίσης στην Ιαπωνία το 1944,
ζήτησαν φοιτητές που είχαν επιστρατευτεί, να ακούσουν πριν αναχωρήσουν για το
μέτωπο την 9η συμφωνία για να διατηρήσουν στο μυαλό τους κάτι που τους
«θυμίζει την πατρίδα»! Θεωρείται δε παράδοση σ' αυτή τη χώρα να τραγουδιέται
το χορωδιακό μέρος της 9ης συμφωνίας από τεράστιες χορωδίες 3, 5 και 7
χιλιάδων ατόμων, κάθε Δεκέμβριο, με αποτέλεσμα ένας εντυπωσιακός αριθμός Ιαπώνων ερασιτεχνών χορωδών να εξασκείται κάθε χρόνο για πολλούς μήνες στη μελέτη και απόδοση
αυτού τού αριστουργήματος.
Στην Κίνα, το καθεστώς έχει την επίσημη θέση ότι η 9η συμφωνία εκφράζει τη
«νίκη μέσα από την πάλη» του λαού ενάντια στους  καταπιεστές του. Έτσι η
εκτέλεση αυτής της συμφωνίας αποτελεί σ' αυτή τη χώρα αποκορύφωμα πολλών
εθνικών και πολιτικών εκδηλώσεων, όπου τραγουδούν την «Ωδή της Χαράς»
πολυπληθέστατες χορωδίες.
Ο Μπετόβεν συγκεντρώνει στό προσωπό του τά χρώματα τόσο διαφορετικών Λαών καί
Παραδόσεων, αποτελώντας τόν συνδετικό κρίκο τών αντιφατικότερων στόχων.
"Αγαπάω το Θείο χωρίς να είμαι χριστιανός" καί ο επιφανέστερος τών σύγχρονων
Ανθρώπων περνά στίς 26 Μαρτίου 1827 στήν αγκαλιά τού Απόλλωνος.
"Μου φαινόταν αδύνατο να εγκαταλείψω τον κόσμο πριν ολοκληρώσω όσα ήμουν
προορισμένος να δώσω".

 

Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Η έναρξη τής Ελληνικής Επαναστάσεως τής Ανεξαρτησίας


Η Επανάσταση τής Ελληνικής Ανεξαρτησίας από τόν Οθωμανικό ζυγό, παρουσιάζει
μιά ακόμη πρωτοτυπία στό ιστορικό γίγνεσθαι αυτού τού τόπου. Έχει μείνει
γνωστή ώς Επανάσταση τού 1821. Πρίν χρόνια σέ συζήτηση πού είχα μέ Γερμανό
φίλο μου, μέ ρώτησε αστειευόμενος άν γιορτάζουμε έναν αριθμό. Όλες οι
Επαναστάσεις σέ βάζουν κατά κάποιον τρόπο στήν ουσία τους, η Ιωνική
Επανάσταση, η Γαλλική Επανάσταση, η Επανάσταση τής Ανεξαρτησίας τών ΗΠΑ, η
Βιομηχανική Επανάσταση, η Κουβανική Επανάσταση, η Αγροτική Επανάσταση, η
Επανάσταση των Γαρυφάλλων, η Ρωσική Επανάσταση...
Μι' ακόμη πρωτοτυπία είναι ο προσδιορισμός τής ημερομηνίας ενάρξεώς της καί ο τόπος.
Στις 22 Φεβρουαρίου 1821 ο Υψηλάντης διάβαίνει τόν ποταμό Προύθο καί
πραγματοποιεί τήν πρώτη πολεμική πράξη της επανάστασης. Στις 24 Φεβρουαρίου
εξέδωσε προκήρυξη πού αποτέλεσε το ιδεολογικό μανιφέστο της επανάστασης.
"Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ω Ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την
ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος! Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του
Μαραθώνος και των Θερμοπυλών! Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας,
οι οποίοι, διά να μάς αφήσωσιν ελευθέρους, επολέμησαν και απέθανον εκεί! Το
αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν τον Επαμεινώνδου Θηβαίου, και του
Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους, εις
εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτωνος, οι οποίοι συνέτριψαν τον
Πεισιστρατικόν ζυγόν, εις εκείνην του Τιμολέοντος, όστις απεκατέστησε την
ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας τον
Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους, του Λεωνίδου και των τριακοσίων, οίτινες
κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων
τους βαρβαροτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον, με
πολλά μικρόν κόπον, να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.
Εις τα όπλα λοιπόν φίλοι η Πατρίς Μάς Προσκαλεί!
Αλέξανδρος Υψηλάντης"
 Την 1η Μαρτίου ξεκίνησε την πορεία του προς τη Βλαχία, αφού ενώθηκε με τα
τμήματα του Γεωργάκη Ολύμπιου, του Ιωάννη Φαρμάκη και πολλών Ελλήνων
εθελοντών. Μαζί με τον Ιερό Λόχο που είχε συγκροτηθεί από 500 περίπου
σπουδαστές των σχολών των πριγκιπάτων, η στρατιωτική δύναμη του Υψηλάντη
έφτανε τους 7.000, μεταξύ των οποίων ήταν Βαλκάνιοι γείτονες (Σέρβοι,
Βούλγαροι, Αρβανίτες).


Πρώτος ο Νικόλαος Χριστοδούλου ή Σολιώτης, αγνοώντας τις ατέρμονες συνελεύσεις
των προεστών στην Αγία Λαύρα, μαζί με τον Αναγνώστη Κορδή και άλλους κλέφτες,
στις 14 Μαρτίου 1821 έστησαν ενέδρα και χτύπησαν στην τοποθεσία «Πόρτες» κοντά
στο χωριό Αγρίδι τρεις γυφτοχαρατζήδες και τρεις ταχυδρόμους που μετέφεραν
επιστολές του καϊμακάμη της Τριπολιτσάς Μεχμέτ Σαλίχ στον Χουρσίτ πασά στα
Ιωάννινα, κατόπιν παροτρύνσεως του Σωτήρη Χαραλάμπη.
Στις 16 του Μάρτη ο Νίκος Σολιώτης χτυπάει τους Τούρκους στο Αγρίδι (κοντά
στην Ακράτα).
Στις 17 του Μάρτη στήν πλατεία τής Αρεοπόλεως ο Πέτρος Μαυρομιχάλης επικεφαλής
5000 Μανιατών κηρύσσει τήν εξέγερση στη Μάνη.
Στις 21 τού Μάρτη αρχίζει η εξέγερση στα Καλάβρυτα.
Στις 21 τού Μάρτη πετυχαίνει η επανάσταση στην Πάτρα.
Στις 22 τού Μάρτη ο Οδυσσέας Αντρούτσος γράφει στους Γαλαξιδιώτες τό περίφημο
γράμμα παρακίνησης σε εξέγερση.
Στίς 23 τού Μάρτη απελευθερώνεται ή Καλαμάτα.
Στις 24 Μαρτίου ξεσηκώνεται η Φωκίδα στη Ρούμελη.
Στίς 26 Μαρτίου η Επανάσταση παίρνει φωτιά στό  Γαλαξίδι, στό Άργος, στήν
Καρύταινα, Μεθώνη, Νεόκαστρο, Φανάρι, Γαστούνη, Ναύπλιο και στα Σάλωνα ο
Πανουργιάς στίς 27 Μαρτίου, στο Λιδωρίκι ο Σκαλτζάς στίς 28 Μαρτίου, στο
Μαλανδρίνο ο Σκαλτζάς 30 Μαρτίου, στη Λιβαδειά ο Διάκος στίς 31 Μαρτίου, στη
Θήβα ο Μπούσγος στίς 3 Απριλίου, Αταλάντη στη Στερεά Ελλάδα.
Στίς 26 Απριλίου ο Μελέτης Βασιλείου πραγματοποιεί εξέγερση στήν Πάρνηθα καί
μέ αρχηγό τόν Δήμο Αντωνίου εισβάλουν στήν Αθήνα.


Τίποτε σημαντικό δέν βρήκα νά έγινε τήν 25η Μαρτίου. Η σκοπίμως πολυθρυλούμενη
κήρυξη τής Επανάστασης τής Ανεξαρτησίας στίς 25 τού Μάρτη στήν μονή αγίας
λαύρας είναι Μέγα Ψεύδος. Ούτε ο ίδιος ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, πού
υποτίθεται ότι ευλόγησε τήν Επανάσταση ενώ ήταν αντίθετος σ' αυτήν κατ'
ομολογίαν του, δέν τό αναφέρει στ' απομνημονεύματά του. Αντίθετα λέγει ότι
ήταν στήν Πάτρα. Όταν στις 21 Μαρτίου δίνονταν οι μάχες στους δρόμους της
Πάτρας με αρχηγό τον τσαγκάρη Παναγιωτάκη Kαρατζά, ο Γερμανός λούφαζε με τους
προεστούς στη μονή Ομπλού. Εκεί δολοφόνησαν τον Καρατζά, λίγους μήνες μετά
στις 4 Σεπτέμβρη, οι Kουμανιωταίοι, άνθρωποι δικοί του.
Ο Γούδας μάς πληροφορεί ότι "Από τήν πρώτη στιγμή τής ενθρονίσεώς του ο
Αρχιεπίσκοπος Γερμανός προσίγγισε το κύκλωμα του Βελή Πασά ό οποίος υποστήριξε
όπως ήταν φυσικό, τίς αντιαρματολικές προσπάθειες του Γερμανού, αναβιβάζοντάς
τον σε πρωτόθρονο Αρχιεπίσκοπο Παλαιών Πατρών. Οι κατώτεροι Τούρκοι
αξιωματούχοι με τη σειρά τους, κολάκευαν την άμετρη φιλοδοξία του πρωτόθρονου
Μητροπολίτη της Πελοποννήσου. Εξαιτίας της φιλοτουρκικής συμπεριφοράς τού
Γερμανού, ο εθνικός αγωνιστής και πρωτομυητής τών αγωνιστών Π.Αναγνωστόπουλος,
αρνιόταν επιμόνως να μυήσει τον Π.Π.Γερμανό διότι δεν τον θεωρούσε αξιόπιστο
πρόσωπο. Πάντως κι ο ίδιος ο Γερμανός αναφερόταν συχνά στον Καλλινίκειο
αφορισμό, ως "κείμενο καθοδηγητικό της πορείας του Ελληνορθόδοξου λαού μας" ".
Ό Σπύρος Τρικούπης το 1875 στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως έγραψε τα
εξείς: "Ψευδής είναι η Εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα ότι εν τη Μονή της Αγίας
Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία τής Ελληνικής Επαναστάσεως".
Ο Ι. Φιλήμων αποκαλεί τον μύθο της Λαύρας “ψεύδος παχυλόν”. Ο καθηγητής Απ. Β.
Δασκαλάκης ομολογεί: “…ουδέν επαναστατικόν γεγονός εσημειώθη εν τη Μονή της
Αγίας Λαύρας. Κατά την 25ην Μαρτίου ουδείς ευρίσκετο εν Λαύρα…”
Η διάδοση αυτής της μυθοπλασίας συνέβαλε καί ο πίνακας του Θ.Βρυζάκη "Ο
Μητροπολίτης Π.Π.Γερμανός υψώνει τη σημαία τής ελευθερίας", γεγονός παντελώς
φανταστικό που κανένας ιστορικός, ούτε καν ο ίδιος ο Γερμανός όπως είπαμε
παραπάνω, δεν το επιβεβαιώνει, αλλά αντιθέτως το διαψεύδει.
Ο Ιωάννης Κωλέττης ώς Υπουργός εξωτερικών το 1835 συνέλαβε πρώτος την ιδέα
«περί κανονισμού εθνικών εορτών, αγώνων και πανηγύρεων». Ετοίμασε συγκεκριμένο
νομοσχέδιο για να καθιερωθεί η 25η Μαρτίου Εθνική γιορτή αλλά ο διορισμός του
στο Παρίσι ώς πρεσβευτής δεν τον άφησε να την υλοποιήσει. Στίς 15 Μαρτίου 1838
ο βασιλιάς Όθωνας μετά από πρόταση του υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημόσιας
Εκπαίδευσης  Γ. Γλαράκη υπογράφει το βασιλικό διάταγμα (“διάταγμα 980/1838")
που καθιερώνει «την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής».


ΟΘΩΝ ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
«Θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25 Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα
διά την εν εαυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγίας Θεοτόκου,
είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος διά την κατ’ αυτήν την ημέραν έναρξιν του
υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Εθνους, καθιερούμεν την ημέραν
ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν ΕΘΝΙΚΗΣ ΕΟΡΤΗΣ».
Εν Αθήναις τη 15η Μαρτίου 1838
ΟΘΩΝ
 Ο επί των εκκλησιαστικών κτλ.
Γραμματεύς της Επικρατείας
 Γ. ΓΛΑΡΑΚΗΣ

 Ή  ιστορική παραχάραξη βόλεψε γιά μιά ακόμη φορά τήν ορθόδοξη εκκλησία, ώστε
νά καπελώσει τούς αγώνες τού Λαού υπέρ της καί να έχει κυρίαρχη θέση στην
κοινωνία του νέου κράτους. Τό Β.Δ. του 1838 ενώ αναφέρει την 25η Μαρτίου,
πουθενά δεν αναφέρει τον τόπο έναρξης τής Επάνάστασης.

«Το εικοσιένα, έχουμε ως τώρα την ιστορία του; Φοβάμαι πώς όχι! Τη μυθολογία
του; Φοβάμαι πως ναι
 Κωστής Παλαμάς .

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Ποίημα μ' ελαφρά τη καρδία

Μι' απόπειρα τιμής στόν Μιχάλη Μήτρα


Πές μου τί σού ψιθύρισε ή Σελήνη,
τής ξωμολογήθηκες τήν φεγγαρογενιά σου;
Τί σού ταξε ή θάλασσα
πόσο μακρυά είπε ό άνεμος ότι θά σέ πάει;
Σέ ζέστανε τής νύχτας τό μαύρο πέπλο;
Ποιά χαραμάδα άνοιξε στήν καρδιά σου
τό άρωμα τής αύρας;
Άραγε τό σύννεφο κράτησε τήν υποσχεσή του;
Μούσκεψε τά μαλλιά σου;
Άκουσες τίς φλέβες σου πού θελαν νά χυθούν,
 νά γίνουν θάλασσα;
Ρίγησες στόν αναστεναγμό τού βράχου;
Γύμνωσες τούς δισταγμούς σου, θυσία στήν Θεά;
Γυμνή εσύ, γυμνή κι ή θάλασσα
κι όλος ό έναστρος Ουρανός ρωτάει:
''Πού σαλαγιάζει ή μνήμη σου κόρη τού φεγγαριού;''
Σέ ποιούς Ήλιους υποσχέθηκες
φιλιά από παλάτια;
Τί τρικυμίες όρισαν τή γεύση τού ριζικού σου;
Ποιά αστέρια χάραξες στά μυστικά, τή νύχτα
 Χαρισέ μου τά ονειρά σου μ' ένα νυχτοπούλι
καί πές του ότι είναι από αυτά πού 'χουν γαλάζιο χρώμα
πού κρέμονται από τόν Ουρανό
καί δέν τά σβήνει ή μέρα........

Τετάρτη, 13 Μαρτίου 2013

Oι μεγάλοι ξεχασμένοι τραγωδοί

Πέραν τών τριών γνωστών μεγάλων τραγωδών, ο στίβος τής θεατρικής ορχήστρας
στολίστηκε μέ τ' αριστουργήματα τού Θέσπιος, τού Χοιρίλου, τού Φρυνίχου καί
τού Πρατίνα. Ο αμείλιχτος χρόνος καί οι καταστροφές στέρησαν από τίς
μελλοντικές γενιές τ' αριστουργήματα τών προδρόμων τού Θεάτρου.
 
 
Ο Θέσπις από τον δήμο Ικαρίας (σημερινό Διόνυσο), θεωρείται σύμφωνα με την
παράδοση ο εφευρέτης της τραγωδίας καί ο πρώτος ηθοποιός. Πρώτος αυτός το 536
π.Χ. έβαλε τον πρώτο υποκριτή στην παράσταση της αρχαίας τραγωδίας, που
συνομιλούσε με το χορό και υποδυόταν πολλά πρόσωπα. Με την καινοτομία τού
Θέσπη, το θρησκευτικό θέμα του Διθυράμβου, που μέχρι τότε τραγουδιόταν από τον
κορυφαίο και το χορό, τώρα μετασχηματιζόταν σε παράσταση, στην οποία
συνδυάζονταν το επικό και το λυρικό στοιχείο.

Δεν έχουν διασωθεί παρά μόνο μερικοί στίχοι από τά έργα του «Άθλα επί Πελία» ή
«Φόρβας», «Ιερείς», «Ημίθεοι», «Πενθεύς».
Ο Χοιρίλος κατά μαρτυρίες έγραψε 160 τραγωδίες και κέρδισε δεκατρείς φορές στα
Μεγάλα Διονύσια. Η πρώτη εμφάνιση του τοποθετείται το 524-520 π.Χ.,
εμφανίζεται σαν ανταγωνιστής του Αισχύλου και του Σοφοκλή. Είναι γνωστό το
όνομα μιας τραγωδίας του, "Αγαύη", που ενέπνευσε και τον Ευριπίδη.  Διασώζεται
επίσης ένας τίτλος τραγωδίας του: η "Αλόπη".
Μαθητής του Θέσπιος θεωρείται ο Φρύνιχος γιός του Πολυφράδμονα, γεννήθηκε στην
Αθήνα καί ανήκε στον πολιτικό κύκλο του Θεμιστοκλή. Το 494 π.Χ. ανέβασε την
τραγωδία «Μιλήτου Άλωσις», που προκάλεσε τέτοιο συγκλονισμό στους Αθηναίους
που του επέβαλαν πρόστιμο 1.000 δραχμών, διότι τούς έκανε νά  ξεσπάσουν σε
γοερούς θρήνους, θυμίζοντας τους «οικήια κακά». Είναι η πρώτη τραγωδία που δεν
έχει μυθολογικό/θρησκευτικό αλλά πολιτικό περιεχόμενο. Όμοια πολιτικό
περιεχόμενο έχει και η άλλη τραγωδία του Φρυνίχου, οι «Φοίνισσες» με χορηγό
μάλιστα τον ίδιο τον Θεμιστοκλή, που μιμήθηκε και μάλιστα με ίδιο τίτλο ο
Ευριπίδης. Είναι ο πρώτος που παρουσίασε γυναίκες ηρωίδες στις τραγωδίες του.
Η ρευστή πολιτική κατάσταση της Αθήνας έκανε τον Φρύνιχο να προτιμήσει την
τιμητική αυτοεξορία στην αυλή του τύραννου των Συρακουσών Ιέρωνα όπου είχε
προσκληθεί και εκεί τελείωσε ήσυχα η ζωή του.

Ο Αριστοφάνης στίς Όρνιθες λέει: "ένθεν ώσπερ η μέλιττα Φρύνιχος αμβροσίων
μελέων απεβόσκετο καρπον αεί φέρων γλυκείαν ωδάν" (από εκεί ο Φρύνιχος σαν μέλισσα τρεφόταν από τον καρπό αμβρόσιων μελωδιών φέροντας πάντα γλυκιά ωδή).
Έργα του είναι:
 Αιγύπτιοι
 Δαναΐδαι
 Άλκηστις
 Πλευρώνιαι
 Φοίνισαι
 Πέρσαι ή Δίκαιοι ή Σύνθωκοι
 Μιλήτου Άλωσις



Ο Πρατίνας από τον Φλιούντα Αργολίδας λένε πως έφερε από την πατρίδα του τούς
σατυρικούς χορούς και εισηγήθηκε το σατυρικό δράμα. Αυτό συνόδευε ως τέταρτο
συμπληρωματικό μέρος τις τραγωδίες. Διότι οι Αθηναίοι έβλεπαν με δυσαρέσκεια
ότι οι τραγικοί ποιητές απομακρύνονται από τη μυθολογία του τιμώμενου θεού κι
έλεγαν για τα έργα τους: «Οὐδέν πρός Διόνυσον», ότι δεν έχουν καμμία σχέση με
το Διόνυσο. Από εδώ προ­έκυψε ο όρος «απροσδιόνυσος» με τη σημασία του αμύη­
του, του άσχετου, του απαίδευτου.
Ήταν σύγχρονος του Χοιρίλου και του Αισχύλου όταν ο Αισχύλος έκανε τά πρώτα
του βήματα. Φέρεται να έγραψε 18 τραγωδίες και 32 σατυρικά δράματα, αλλά τα
έργα του έχουν χαθεί σχεδόν όλα. Εκτός των έργων του έγραψε και διθύραμβους
και ωδές, τα λεγόμενα υπορχήματα. Σωζόμενοι τίτλοι τού έργου του είναι ό
"Τάνταλος", "Περσεύς", "Παλαισταί".
Έν συνεχεία θα μεταφέρουμε το νοηματικό πλαίσιο του διασωθέντος θριαμβευτικού
τους έργου...
Άθλα Πελίου ή Φόρβας, Θέσπις
Ο Άκαστος είχε θεσπίσει τα περιλάλητα άθλα στην Ιωλκό, στη μνήμη του πατέρα
του Πελία. Στους πρώτους αγώνες που έγιναν, ο Μελέαγρος νίκησε στο ακόντιο, η
Κυρήνη στο δρόμο κι ο Ιόλαος στην αρματοδρομία. Στο αγώνισμα τούτο, ο ηνίοχος
Γλαύκος, βρήκε το θάνατο από τα αφηνιασμένα του άλογα. Ο ίδιος ο Πελίας
μνημονεύεται και σαν νικητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Ηϊθεοι, Θέσπις
Η λέξη αυτή σημαίνει νεανίσκοι. Το έργο του Θέσπη αναφέρεται στους νέους που
έστελναν οι Αθηναίοι στην Κρήτη ως οφειλή στον Μίνωα.
Ο Φόρβας, ήταν ένας δεινός πυγμάχος που προκάλεσε τον Απόλλωνα σε αγώνα και
νικήθηκε. Σύμφωνα με μια παράδοση, κατέβηκε από τη Θεσσαλία στην Ήλιδα, και
στάθηκε στο πλευρό του Αλέκτορα ενάντια στον Πέλοπα για την κυριαρχία της
Ολυμπιακής χώρας. Ο γιός του Αυγείας, γνωστός για τους στάβλους τους,
αναφέρεται κι αυτός στους αγωνιστικούς θρύλους.

Άλκηστις, Φρύνιχος
Η Άλκηστις, ήταν κόρη του Πελία και αδελφή του Άκαστου. Ο πατέρας της είχε
δηλώσει πως θα την πάντρευε με όποιον ήρωα θα έπαιρνε μέρος στις αρματοδρομίες
της Ιωλκού, ζεύοντας στ' άρματά του ένα λιοντάρι κι ένα αγριογούρουνο. Με την
βοήθεια των θεών, ο Άδμητος κατάφερε να πετύχει στη δοκιμασία. Τα όσα
ακολούθησαν είναι γνωστά. Ο εκούσιος θάνατος της Άλκηστης, στη θέση του
Αδμήτου, και η σωτηρία από τον Ηρακλή. Το έργο παρουσίαζε κι έναν αγώνα που ο
Ηρακλής νικούσε τον Χάροντα.

Ανταίος ή Λίβυες, Φρύνιχος
Πρόκειται για τον φοβερό παλαιστή, που τον νίκησε ο Ηρακλής ύστερα από μια
μεγάλη μάχη.

Ακταίων, Φρύνιχος
Ο επιδέξιος κυνηγός Ακταίων, τιμωρήθηκε από την Άρτεμη, γινόμενος βορά από τα
ίδια του τα σκυλιά, διότι είχε δει τη θεά γυμνή.

Πλευρωνίαι, Φρύνιχος
Το χορό της τραγωδίας αυτής τον αποτελούσαν γυναίκες της Πλευρώνας, της
Αιτωλικής πολιτείας, όπου έγινε το κυνήγι του Καλιδονίου κάπρου. Σε ένα
απόσπασμα που σώθηκε, ο χορός περιγράφει το θάνατο του Μελεάγρου.

Τρωϊλος, Φρύνιχος
Ο Πριαμίδης Τρωϊλος σχετιζόταν με τα άλογα και τις ιπποδρομίες.

Τάνταλος, Πρατίνας
Πρόκειται για σατυρικό δράμα γύρω από το πασίγνωστο μαρτύριο του Τάνταλου στον
Άδη.

Περσεύς, Πρατίνας
Σατυρικό δράμα που περιγράφει το μύθο του νικητή της Μέδουσας.

Παλαισταί, Πρατίνας
Οι Σάτυροι του χορού ήταν και οι Παλαιστές του τίτλου.

Αλόπη, Χοιρίλος
Στο δρόμο του για την Αθήνα, ο Θησέας αναμετρήθηκε με τον τρομερό παλαιστή
Κερκύονα και τον νίκησε. Όχι γιατί ήταν δυνατότερος, μα επειδή ήταν αυτός που
είχε επινοήσει την τεχνική της πάλης. Η Αλόπη ήταν θυγατέρα του Κερκύονα και
ερωμένη του Θησέα.

Κατά τον Αριστείδη (Αθήν. Α', 22Α, 39), "οι παλαιοί ποιητές Θέσπις, Πρατίνας
[Κρατίνος], Φρύνιχος ονομάζονταν ορχησταί, όχι μονάχα γιατί εφάρμοζαν την
όρχηση του χορού στα δράματά τους αλλά και γιατί, εκτός από τη διδασκαλία των
ποιητικών τους έργων, δίδασκαν και όρχηση σε εκείνους που ήθελαν".
«Από τη μέθη ξεπήδησε η κωμωδία και η τραγωδία στην Ικαρία».
Σιμωνίδης


Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

Αυτόματο Θέατρο τού Ήρωνος

Ο Ήρων ο Αλεξανδρεύς ήταν μεγάλος μαθηματικός, μηχανικός, φυσικός κι
εφευρέτης. Δέν γνωρίζουμε ούτε πού καί πότε εγεννήθη, ούτε πού καί πότε
πέθανε. Οι ιστορικοί καί οί μελετητές τού έργου του, ευτυχώς τό μόνο διασωθέν
έν μέρει, τοποθετούν τήν δράση του στά μέσα τού 1ου αιώνα π.κ.χ. ή τέλη τού
1ου μ.κ.χ. Τό βέβαιο είναι πώς έζησε κι έδρασε στήν Αλεξάνδρεια, όπου διήυθηνε
τό φημισμένο Μουσείο, τό πρώτο στήν ιστορία "Πολυτεχνείο", Ιερό τών Μουσών πού
ανθούσαν στούς κόλπους του οι ευγενέστερες τών τεχνών.
Ο Ήρων πέραν τών πρωτοτύπων εφευρέσεών του καινοτομεί κι ώς συγγραφέας,
αφού είναι ό πρώτος πού αναφέρει τίς πηγές πού χρησιμοποιεί.
Τό σύνολο τών έργων του είναι τεράστιο, 16 συγγράματα από τά οποία 10 σώζονται
ολόκληρα, 3 έν μερει καί τρία έχουν χαθεί.
Συνδύαζε άριστα τήν θεωρία μέ τήν πράξη καί εξέθετε τίς ιδέες του μέ τρόπο
απλό καί σαφέστατο ακόμη καί στό ευρύ κοινό. Μεγάλο μέρος του έργου του,
κυρίως της Αυτοματοποιητικής πού αποτελείται από 39 χειρόγραφα και διασώθηκε
ολόκληρο κατά τα ρωμαϊκά και βυζαντινά χρόνια, αξιοποιήθηκε από τους Άραβες
αλλά και από τους μηχανικούς του μεσαίωνα στην Ευρώπη και μεταφράστηκε στα
αραβικά, τα ιταλικά, τα γαλλικά και τα γερμανικά. Στα «Πνευματικά» ο Ήρωνας
περιγράφει 80 κατασκευές, στην πλειοψηφία τους διακοσμητικές. Μερικά
παραδείγματα αυτών των αυτόματων μηχανισμών είναι: η αυτόματη σπονδή, οι
αυτόματες πύλες ναού, η ύδραυλις, το γνωστό μουσικό όργανο, υπολείμματα του
οποίου έχουν βρεθεί, η σφαίρα του Αιόλου, που είναι ο πρόδρομος της
ατμομηχανής, η αυτόματη κρήνη. Τα αυτόματα του Ήρωνα εκτός από το υψηλό
επίπεδο τεχνολογίας, τον προγραμματισμό, τον έλεγχο της ενέργειας και τη
λειτουργικότητά τους, ήταν και πραγματικά έργα τέχνης, καλαισθησίας και
αρμονίας, στοιχεία χαρακτηριστικά τής αρχαιοελληνικής παιδείας.
 
Αυτό όμως που πυροδοτεί το Νου μας, είναι το αυτόματο θέατρο, η πρώτη
"ρομποτική" κατασκευή που συμμετείχε σε μια παράσταση ενός μύθου,
την οποία ονόμασε ο Ήρων: "Ναύπλιος".

Το αυτόματο θέατρο ήταν μια κατασκευή γύρω στο 1,5μ. ύψος
που έμοιαζε με ναό ή βωμό, στολισμένο με διάφορα αγαλματίδια θεοτήτων και
κινούνταν βάσει μιας επιτυχημένης αλληλουχίας κινητήριων συστημάτων από
περιελίξεις σχοινιών και μολύβδινων βαρών. Κινούνταν για μικρό διάστημα προς
διάφορες κατευθύνσεις, ενώ ταυτόχρονα κινούνταν τόσο τα ομοιώματα των
θεοτήτων, όσο και άλλα εντυπωσιακά στοιχεία, π.χ. άναβαν φωτιά, εμφανίζονταν
λουλούδια κ.ά.. Ο Ήρων σε αυτό το έργο παρουσίαζε το μύθο του Ναύπλιου, πατέρα
του Ομηρικού ήρωα Παλαμήδη. Ο Ναύπλιος επιθυμώντας να εκδικηθεί τους Αχαιούς
που είχαν σκοτώσει τον Παλαμήδη δια λιθοβολισμού (μοναδική βάρβαρη πράξη σε
όλη την ελληνική ιστορία), παραπλάνησε τα πλοία τους με φωτεινά σήματα και τα
έστρεψε προς τις ακτές, όπου βούλιαξαν αύτανδρα.
 
Με τη βοήθεια του έργου του Δημήτρη Καλλιγερόπουλου "Η Τέχνη της κατασκευής
των Αυτομάτων", περιγράφουμε παρακάτω την πρώτη "ρομποτική" παράσταση στην
ιστορία της Ανθρωπότητας.
"Μόλις άνοιγε η σκηνή, φαινόταν μέσα της ένα ζωγραφισμένο προσωπείο. Το
προσωπείο αυτό κουνούσε τα μάτια του, ανοιγοκλείνοντάς τα πολλές φορές. Όταν
πάλι έκλεινε και ξανάνοιγε η σκηνή, το προσωπείο δεν φαινόταν, αλλά
παρουσιάζονταν ζωγραφισμένες μορφές που αναπαραστούσαν τον Μύθο. Και πάλι όταν
έκλεινε και άνοιγε η σκηνή, φαινόταν μια άλλη παράσταση με μορφές που
συμπλήρωναν τον Μύθο.

Τα μέρη και οι πράξεις του Έργου.
 
Πράξη Πρώτη
Στην αρχή ανοίγει η σκηνή και φαίνονται 12 ζωγραφισμένες μορφές, χωρισμένες σε
3 σειρές. Οι μορφές απεικονίζουν κάποιους Αχαιούς να επισκευάζουν τα πλοία και
να τα ρίχνουν στη θάλασσα. Οι μορφές αυτές κινούνται, άλλες μεν πριονίζοντας,
άλλες δουλεύοντας με τους πέλεκεις και τα σφυριά και άλλες χρησιμοποιώντας
χειροδράπανα και τρυπάνια, κάνοντας θόρυβο πολύ, σα να γίνονταν στην
πραγματικότητα.
 
Πράξη Δεύτερη
Μετά από αρκετό χρόνο πάλι κλείνουν και ανοίγουν οι πόρτες και παρουσιάζεται
μια άλλη εικόνα. Οι Αχαιοί φαίνονται να ρίχνουν τα πλοία τους στη θάλασσα.
 
Πράξη Τρίτη
Πάλι κλείνουν και ανοίγουν οι πόρτες, και στη σκηνή εμφανίζεται ζωγραφισμένος
Ουρανός και Θάλασσα. Μετά από λίγο χρόνο, παρουσιάζονται τα πλοία να πλέουν σε
διάταξη στόλου και άλλα να κρύβονται κι άλλα να εμφανίζονται. Στο πλάι τους,
κολυμπούν δελφίνια, άλλοτε βουτώντας μες τη θάλασσα κι άλλοτε ξεπροβάλοντας σα
να είναι αληθινά. Μετά από λίγο, φαίνεται η θάλασσα να φουρτουνίαζει και τα
πλοία τρέχουν συνεχώς.
 
Πράξη Τέταρτη
Κι όταν κλείσει και ανοίξει πάλι η αυλαία, δεν φαίνεται κανένα πλεούμενο, αλλά
εμφανίζεται ο Ναύπλιος κρατώντας πυρσό και η Αθηνά να στέκεται πλάι του. Τότε
φωτιά ανάβει πάνω στη σκηνή που φαίνεται σαν φλόγα που ανάβει τον πυρσό.
 
Πράξη Πέμπτη
Κλείνει κι ανοίγει πάλι η σκηνή και φαίνονται τα πλοία να βουλιάζουν και ο
Αίαντας να κολυμπά. Η Αθηνά σηκώνεται πάνω από τη σκηνή, με μηχανισμό. Από τη
σκηνή ακούγεται βροντή, να πέφτει κεραυνός πάνω στον Αίαντα και η μορφή του
χάνεται. Κι όταν η αυλαία κλείνει, ο μύθος τελειώνει.
 
Με αυτό τον τρόπο, άνοιξε η αυλαία της παράστασης που συνδύασε την Επιστήμη
και το Θέατρο, δίνοντας χαρά όχι μόνο στους θεατές αλλά και στον δημιουργό
της.

"Θεωρούμε αναγκαίο να βάλουμε σε τάξη όσα μας άφησαν οι αρχαίοι και να προσθέσουμε σε αυτά όσα εμείς καινούρια βρήκαμε".
Ήρων


Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Μάρτης, Μαρτιά, Κρόκη, mărţişor, martenitsa, verore, martinka...


Μάρτης, Μαρτιά, Κρόκη, mărţişor, martenitsa, verore, martinka... Αυτό το αλεξίκακο έθιμο που
απλώνεται σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο και χάνεται στα βάθη του χρόνου.

Την τελευταία μέρα του Φλεβάρη, σύμφωνα με το ελληνικό έθιμο, φτιάχνουμε ένα βραχιόλι, συστρέφοντας λευκή και κόκκινη κλωστή, το οποίο φοράμε στο χέρι (στον καρπό ή στο δάχτυλο) την πρώτη μέρα του Μάρτη. Υπάρχουν διάφορες τοπικές παραλλαγές, που άλλες θέλουν το βραχιόλι να σκαλώνει στην τριανταφυλλιά με την πρώτη επίσκεψη των χελιδονιών, ώστε να χρησιμεύσει ως θεμέλιος λίθος της φωλιάς τους, κι άλλες για να αποκτήσουν τα άσπρα μάγουλα των παιδιών το ρόδινο χρώμα των ανθέων.
Σε κάθε περίπτωση, το βραχιόλι έχει προστατευτικό ρόλο από τις απρόσμενες διαθέσεις του άστατου μήνα Μάρτη και τις πρώτες δυνατές εμφανίσεις του ήλιου.

Απού 'χει κόρη ακριβή ,του Μάρτη ήλιος μην τη δει.

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Γ. Πολίτη, "πατέρα" της ελληνικής Λαογραφίας, ο Μάρτης έχει δύο γυναίκες μια καλή, ανοιχτόκαρδη και γελαστή και μια σκουντουφλιάρα και θυμώδισσα που πάντα κλαίει. Κι όταν πάει στη γελαστή γίνεται κι ο καιρός γελαστός κι όταν πάει στη σκουντουφλιάρα ο καιρός χαλάει. Εξ ου και τα πολλά επίθετα που του αποδίδονται: Κλαψόγελος, Καψομάρτης, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Ανοιξιάτης, Παλαβιάρης.

 Η ρίζα του εθίμου λέγεται πως φτάνει ως τα Ελευσίνια Μυστήρια, όπου οι συμμετέχοντες έδεναν στο δεξί χέρι και αριστερό πόδι τους την Κρόκη, ένα σύμπλεγμα κόκκινης και λευκής κλωστής ή υφάσματος.  
Κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, μόλις οι μύστες περνούσαν τη γέφυρα που οδηγούσε προς τη θάλασσα, ελάμβανε χώρα μια ιδαίτερη και ενδιαφέρουσα εκδήλωση. Ήταν γνωστή ως κρόκωσις, από το μυθικό Κρόκωνα, τον πρώτο κάτοικο της περιοχής, οι απόγονοι του οποίου είχαν το προνόμιο να δένουν μια μάλλινη κρόκη, μια πορφυρή κορδέλα, γύρω από το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι κάθε μύστη. Ο Deubner υποστήριξε ότι αυτή η τελετή, η κρόκωσις, γινόταν στην Αθήνα μεταξύ 15ης και 19ης Βοηδρομιώνος, για να αποφευχθούν καθυστερήσεις που θα προέκυπταν φυσιολογικά εάν γινόταν καθ' οδόν, στη διάρκεια της πομπής. 

Και στις γειτονικές μας όμως χώρες, Ρουμανία (mărţişor), Βουλγαρία (martenitsa), Αλβανία (verore), το ίδιο έθιμο επιζεί μέχρι τις μέρες μας. Στην Βουλγαρία μάλιστα γίνεται ανταλλαγή των martenitsas, εν είδει φυλαχτού, μεταξύ φίλων, οικογένειας και συναδέλφων, ακόμα και οικόσιτων ζώων, ενώ στη Σόφια έχει λάβει τα τελευταία χρόνια διαστάσεις εμπορικής πανήγυρης.
Οι Ρουμάνοι το φορούν για δυο βδομάδες, ενώ οι Βούλγαροι μέχρι να αντικρύσουν ένα λελέκι.

Ας καλωσορίσουμε λοιπόν τον Μάρτη, τηρώντας τις παραδόσεις μας, με τα Χελιδονίσματα, όπως έχουν διασωθεί από τον Αθηναίο (περί 200μ.κ.χ.) κι όπως τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας.

Ήλθε, ήλθε χελιδών                                                        Ήρθε, ήρθ’ η χελιδόνα
καλάς ώρας άγουσα  καλούς ενιαυτούς                φέρνοντας καλοκαιριά και καλή χρονιά
επί γαστέρι λευκά, επί νώτα μέλαινα                    στην κοιλιά της άσπρη και στη ράχη μαύρη
Παλάθαν συ προκύκλει εκ πίονος οίκου               Πέταξε μας μια αρμαθιά απ’ το πλούσιο σπίτι σου
οίνου τε δέπαστρον, τυρών τε κάνιστρον              και μια κούπα με κρασί και πανέρι με τυρί
και Πυρών α χελιδών και λεκιθίταν                      και σταράκι η χελιδόνα και τσουρέκι
Ουκ απωθείται. Πότερ’ απίωμες ή λαβώμεθα;     Δεν περιφρονεί. Τι θα γίνει; Φεύγουμε ή παίρνουμε;
Ει μεν τι δώσεις ει δε μη, ουκ εάσομες               Αν μας δώσεις κατιτίς, ειδαλλιώς δε φεύγουμε
Ή ταν θύραν φέρομες ή θυπερθυρον                   ή την πόρτα παίρνουμε ή τ’ ανώφλι της
Ή ταν γυναίκα ταν έσω καθημέναν                      ή την κυρά που μέσα κάθεται
μικρά μεν εστί, ραδίως νιν οίσομες                     μικρή είναι κι εύκολα την παίρνουμε
Αν δη φέρης ρι, μέγα δη τι φέρεις                        κι αν μας δώσεις κατιτίς κοίτα να ‘ν’ της προκοπής
Άνοιγ’, άνοιγε ταν θύραν χελιδόνι                        Άνοιγε, άνοιγε την πόρτα στη χελιδόνα
Ου γαρ γέροντες εσμέν, αλλά παιδιά                   Γέροντες δεν είμαστε, είμαστε παιδιά.