Τρίτη, 16 Απριλίου 2013

Κλύτε Μοίραι


Mοίρες

 
Κυριακή πρός Δευτέρα ξύπνησα αιφνιδίως τά ξημερώματα καί ώς συνήθως αναζήτησα τά βιβλία μου. Ξεκίνησα νά διαβάζω, εμπιστευόμενος τήν Θεά Τύχη, επιλέγοντας ένα βιβλίο στά σκοτεινά. Ήταν ένα ανθολόγιο Λυρικής ποίησης. Ακολουθώντας μιά παραπομπή, σηκώθηκα από τό κρεββάτι, οδηγούμενος απ' αυτήν, επισκέφθηκα τήν βιβλιοθήκη, καταλήγοντας στό Ανθολόγιο τού Στοβαίου. Ψάχνοντας τόν αρχικό μου προορισμό, έπεσα από Τύχη αγαθή σ' έναν Ύμνο αφιερωμένο στίς Μοίρες, πού δέν είχα προσέξει μέχρι τότε. Πιασμένος από αυτό το γαϊτανάκι, ολοκληρώνω την περιστροφή του στο "Αμφότεροι".     
Κλύτε, Μοίραι, Διός αι τε παρά θρόνων αγχοτάτω Θεών
εζώμεναι περιώσι' άφυκτά τε μήδεα
παντοδαπάν βουλάν αδαμαντίναισιν υφαίνεται κερκίσιν,
Αίσα και Κλωθώ Λάχεσις τ' ευώλενοι.
Νυκτός Κόραι,
ευχωμένων επακούσατ', Ουράνιαι χθονίαι τε
δαίμονες ω πανδείματοι,
πέμπετ' άμμιν ροδόκολπον
Ευνομίαν λιπαροθρόνος τ' αδελφάς, Δίκαν
και στεφανηφόρον Ειρήναν, πόλιν τε τάνδε βαρυφρόνων λελάθοιτε
συντυχίαν.

Ακούστε Μοίρες που κάθεστε κοντά στους Θεούς,
πλάι στο θρόνο του Διός και με τις διαμαντένιες σας σαϊτες
υφαίνετε μύρια άφευκτα τεχνάσματα για κάθε λογής βουλές,
Αίσα Κλωθώ και Λάχεση, Κόρες της Νύχτας με τα όμορφα χέρια,
ακούστε τις προσευχές μας, δεινές Θεές του Ουρανού και της Γης.
Πέμψατε τη Δίκη και τη στεφανωμένη Ειρήνη, και βοηθήστε τούτη την πόλη
να λησμονήσει την κακή Τύχη που το στήθος της πιέζει.
 
 
Ο ύμνος αρχίζει με την κλασική του μορφή "Κλύτε" επικαλούμενος τις Μοίρες, αλλά τελειώνει με έναν πρωτόγνωρο, για μένα τουλάχιστον, τρόπο. Είναι μια επίκληση που απευθύνεται στις Μοίρες για τη σωτηρία μιας πόλης, ενώ συνήθως οι άνθρωποι επικαλούνται τους μεγάλους προστάτες πολιούχους Θεούς. Οι Μοίρες βέβαια διέθεταν δικούς τους ναούς στην Θήβα και στην Κόρινθο, αλλά ο ύμνος υποδηλώνει μια λατρεία πιο σημαντική κι επιβλητική απ' ό,τι νόμιζα μέχρι τώρα, διότι οι Μοίρες δεν θεωρούνται βασικές θεότητες της πόλης. Σχετίζονται με άτομα παρά με πόλεις.

Ο ποιητής του ύμνου ακολουθεί την Ησιόδεια παράδοση λέγοντας ότι κάθονται κοντά στον Δία, που είναι γνωστός κι ως Μοιραγέτης κι είχε ναό στους Δελφούς, όπως μας λέει ο Παυσανίας κι έναν βωμό στην Ολυμπία.

Παρατηρούμε πως ο ποιητής επικαλείται την μία από τις Μοίρες χρησιμοποιώντας το όνομα Αίσα, αντί του γνωστού Άτροπος, όπως και ο Όμηρος. Οι Μοίρες παίρνουν τις αποφάσεις τους χρησιμοποιώντας τις αδαμαντένιες τους σαϊτες, υφαίνοντας τα μήδεα που είναι απαραίτητα για την υλοποίηση των αποφάσεων. Αυτή η αντίληψη ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ένα νήμα που υφαίνεται κατά την γέννηση του ανθρώπου είναι διαδεδομένη σε όλες τις περιόδους αυτού του τόπου. Ο ποιητής διαλέγει την Αίσα για τον ρόλο που παίζει στις σχέσεις μεταξύ Θεών και ανθρώπων. Ο Αισχύλος στις Χοηφόρες την αποκαλεί Αίσα φασγανουργόν και της αποδίδει ως έργο την επιβολή της τιμωρίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, την επικαλείται κι εδώ ο ποιητής για την αποκατάσταση της πολιτικής τάξης. Στον στίχο που τις επικαλείται ως "ουράνιαι χθόνιαί τε" μας δηλώνει τη διπλή φύση των Μοιρών. Είναι συγχρόνως Ολύμπιες και Χθόνιες, πότε καθισμένες δίπλα στο θρόνο του Διός και πότε απασχολημένες με τα προβλήματα των θνητών. Και λίγο πριν το τέλος, επικαλείται τις Μοίρες προκειμένου να προτρέψουν τις ευοίωνες Ώρες να συντροφεύσουν την πόλη.
Μοίρας θ’ ής πλείστην τιμήν πόρε μητίετα Ζεύς.
Θεογονία Ησιόδου 

Δεν υπάρχουν σχόλια: