Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Tιμολέων, ένας άγνωστος Έλληνας




Αντιλαμβάνομαι ότι ταξιδεύοντας μέσα στήν εντυπωσιακή παλέτα τής Ιστορίας,
είναι αμείλιχτη ή πληθώρα προσώπων καί γεγονότων. Αξιολογώντας τίς
προτεραιότητες τής Ζωής μας, κατά κάποιον τρόπο "εξειδικεύουμε" καί τίς
αναζητήσεις μας. Ούτως λοιπόν, λόγω τής αυταρχικής διολίσθησης πού βαλτώνει
τίς σύγχρονες κοινωνίες μας, ένα πρόσωπο απευθύνεται στόν πάλλοντα Νού μου,
κρούοντας τίς θύρες τού παρελθόντος, υπερασπίζοντας τό παρόν μας. Ο Τιμολέων ό
Κορίνθιος, ο δεινός πολέμιος τών Τυράννων.
Γεννήθηκε στήν Κόρινθο, έδρασε στήν Κόρινθο καί στήν Σικελία καί πέρασε στήν
αιωνιότητα τόν 4ο αιώνα π.κ.χ. στίς Συρακούσες. Γιός τού Τιμόδημου και της
Δημαρίστης, αριστοκρατικής καταγωγής, ήταν φιλόπατρις κι εξαιρετικά πράος,
σφόδρα μισοτύραννος καί "μισοπόνηρος" όπως τόν χαρακτηρίζει ό Πλούταρχος.

Είχε έναν πρεσβύτερο αδελφό, τον Τιμοφάνη,με τον οποίον δεν έμοιαζε
καθόλου.Κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ Κορινθίων και Αργείων, ο Τιμολέων
ως οπλίτης και ο Τιμοφάνης ως αρχηγός του ιππικού, όταν ο τελευταίος βρέθηκε
σε μεγάλο κίνδυνο εξαιτίας τραυματισμού του αλόγου του, ο Τιμολέων με κίνδυνο
της ζωής του, αφού τον είχαν εγκαταλείψει οι εταίροι τού αδελφού του, τον
προστάτευσε με την ασπίδα του, δεχόμενος πολλά χτυπήματα ακοντίων και σπαθιών,
τραυματίστηκε σε πολλά σημεία του σώματός του. Κατόρθωσε όμως να αναχαιτίσει
τους εχθρούς και να σώσει τον αδελφό του.
Οι Κορίνθιοι από φόβο μήν πάθουν από τους συμμάχους τους ό,τι είχαν πάθει και
στο παρελθόν, να χάσουν δηλαδή την πόλη τους, αποφάσισαν να συντηρούν
τετρακοσίους μισθοφόρους με αρχηγό τον Τιμοφάνη. Εκείνος αδιαφορώντας για κάθε
ιερό και όσιο, χρησιμοποίησε τη δύναμη που του εμπιστεύθηκε η πόλη σκοτώνοντας
τους επιφανέστερους των Κορινθίων, αυτοανακηρύχθηκε τύραννος. Ο Τιμολέων έφερε
βαρέως το γεγονός και την κακία του αδελφού του τη θεωρούσε και δική του
συμφορά. Συζήτησε πολλές φορές με τον Τιμοφάνη, παρακαλώντας τον να αφήσει την
τρέλλα για την παράνομη εξουσία και να επανορθώσει για τα σφάλματα που είχε
κάνει εις βάρος της πόλης του.Του κάκου όμως, τον έδιωχνε χωρίς να του δώσει
σημασία. Ο Τιμολέων τότε, μην έχοντας άλλη λύση, πήρε μαζί του από τους
συγγενείς τον Αισχύλο κι από τους φίλους τον μάντη Σάτυρο σε μια τελευταία
προσπάθεια συνέτησής του. Στην αρχή ο Τιμοφάνης, τους άκουγε γελώντας, ύστερα
όμως οργισμένος άρχισε να τους φέρεται άσχημα. Ο Τιμολέων, τραβήχτηκε στην
άκρη, σκέπασε το πρόσωπό του κλαίγοντας, ενώ οι άλλοι δύο έβγαλαν τα ξίφη τους
και σκότωσαν τον Τιμοφάνη. Όταν μαθεύτηκε το γεγονός στην πόλη, οι Κορίνθιοι
επαίνεσαν τον Τιμολέοντα για την μεγαλοψυχία του επειδή πάνω από το σπίτι του
έβαλε την πατρίδα του και πάνω από το συμφέρον του, το ήθος και τη δικαιοσύνη.
Όταν όμως η μητέρα του έμαθε το γεγονός, δεν δέχτηκε ούτε να τον δει και του
έκλεισε την πόρτα του σπιτιού. Ο Τιμολέων έπεσε σε βαριά απελπισία, τα λογικά
του σάλεψαν και αποφάσισε να τερματίσει τη ζωή του με νηστεία. Ευτυχώς όμως,
δεν τον εγκατέλειψαν οι φίλοι του που είτε με παρακλητικό ή με βίαιο τρόπο,
κατόρθωσαν να αλλάξουν το Νου του, σώζωντάς του τη ζωή.
Έζησε σε απομόνωση είκοσι χρόνια, τιμωρώντας τον εαυτό του, μη εμφανιζόμενος
καθόλου στην πόλη, περιπλανώμενος στα πιο έρημα μέρη.
Οι Σικελιώτες ζήτησαν τη βοήθεια των Κορινθίων εναντίον των τυράννων και
των συμμάχων τους Καρχηδονίων, επιλέγοντας την Κόρινθο όχι μόνο λόγω
συγγενικών δεσμών, αλλά επειδή ήταν φίλη της ελευθερίας και ανέκαθεν πολέμιος
των τυραννικών καθεστώτων. Διότι η Κόρινθος, τους περισσότερους πολέμους τους
έκανε όχι από πλεονεξία, για να επεκτείνει την κυρίαρχία της, όπως λέει ο
Πλούταρχος, μα για χάρη της ελευθερίας των Ελλήνων.
Όταν οι πρέσβεις έφτασαν στην Κόρινθο, οι Κορίνθιοι δέχτηκαν με προθυμία να
στείλουν βοήθεια στη Σικελία. Κι ενώ αναζητούσαν στρατηγό, ένας από τον λαό
σηκώθηκε και πρότεινε τον ξεχασμένο Τιμολέοντα.
"Κι αλήθεια, η εύνοια που του έδειξη η Τύχη, κατά την εκλογή του, ήταν
αξιοθαύμαστη, αλλά και η δόξα που συνόδεψε τις κατοπινές του πράξεις, στάθηκε
σαν στολίδι πάνω στην αρετή του". (Πλούταρχος)
Ο λαός, ενθουσιασμένος, τον ανακήρυξε στρατηγό κι ο Τιμολέων δέχτηκε την τιμή.
Με μια μικρή δύναμη δέκα τριήρεων και 700 μισθοφόρων έπλευσε προς Σικελία την
άνοιξη του 344 π.Χ..
Τον άνδρα αυτόν, από την αρχή, τον συνόδευαν τα σημάδια των Θεών. Όταν τα πλοία
ήταν έτοιμα, οι ιέρειες της Περσεφόνης είδαν στο όνειρό τους τις δύο Θεές, να
ετοιμάζονται να φύγουν από την πόλη και να λένε πως πρόκειται να συνοδεύσουν
τον Τιμολέοντα στην Σικελία. Γι' αυτό οι Κορίνθιοι κατασκεύασαν ένα ιερό πλοίο
και το ονόμασαν "Δήμητρα και Περσεφόνη". Ο ίδιος ο Τιμολέων, πήγε στους
Δελφούς και πρόσφερε θυσία στον Απόλλωνα. Την ώρα που πλησίαζε στον τόπο των
χρησμών, έγιναν σημεία. Από τα κρεμασμένα αφιερώματα, έπεσε μια ταινία με
κεντημένα χρυσά στεφάνια και αναμνηστικά από νίκες στο κεφάλι του Τιμολέοντα.
Η εξήγηση που δόθηκε ήταν πως ο Θεός τον στεφανώνει και τον κατευοδώνει στην
εκστρατεία.
Όταν τη νύχτα ανοίχτηκε στο πέλαγος με ευνοϊκό αέρα, ξαφνικά ο ουρανός άνοιξε
πάνω από το πλοίο του Τιμολέοντα κι έβγαλε μεγάλη και λαμπερή φλόγα. Σηκώθηκε
τότε από τη φλόγα αυτή μια λαμπάδα, σαν κι εκείνη που χρησιμοποιούν στα
μυστήρια, κινήθηκε προς την ίδια κατεύθυνση ακριβώς που είχαν και τα πλοία
του Τιμολέοντα για την Ιταλία, και στο τέλος έπεσε. Οι μάντεις έδωσαν την
εξήγηση πως το σημάδι εκείνο επιβεβαίωνε το όνειρο που είδαν οι ιέρειες κι
επομένως έστειλαν το φως από τον ουρανό για να δείξουν πως ήταν μαζί του.
Ο Ικέτης, τύραννος των Λεοντίνων, και κύριος σχεδόν όλων των Συρακουσών, πλην
της Ακροπόλεως, προσπάθησε με τους συμμάχους του Καρχηδονίους να αποτρέψουν
την διαπεραίωσή του στο νησί, ανεπιτυχώς.
Ο Τιμολέων, μέσα σε έξι χρόνια, κατόρθωσε να καταλύσει όλες τις τυραννίες του
νησιού και να κατανικήσει κυρίως τους Καρχηδονίους που επιθυμούσαν να γίνουν
κύριοι της Σικελίας. Κατάφερε να δώσει πάλι ζωή στο νησί που είχε ερημώσει από
τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους μεταξύ των τυράννων και τις εξορίες των εχθρών
της τυραννίας. Επί παραδείγματι, η πολυπληθέστερη πόλη της Σικελίας, οι
Συρακούσες, είχε απομείνει με 10.000 κατοίκους. Επανέφερε τους εκδιωχθέντες,
κι έστειλε προσκλητήριο μέσω της Κορίνθου, σε όσους Έλληνες ήθελαν να
κατοικήσουν στις Συρακούσες, υποσχόμενος καθεστώς αυτονομίας κι ελευθερίας,
όπου θα τους μοιραζόταν γη, σύμφωνα με τις επιταγές της ισότητας και της
δικαιοσύνης. Έτσι, συγκεντρώθηκαν 60.000 άνδρες χωρίς νά υπολογίζουμε
τών αριθμό τών γυναικών καί τών παιδιών, όπως λέει ο Άθανις.
Την ίδια περίοδο έγινε και η περίφημη "Δίκη των Αγαλμάτων", όπου για καθένα άγαλμα
τυράννου, διατυπώθηκε κατηγορία και ακολούθησε ψηφοφορία σαν να επρόκειτο για
τον ίδιο τον τύραννο που λογοδοτούσε για τις πράξεις του. Καταδικάστηκαν όλοι,
πλην του Γέλωνος του Α', δείχνοντας τον θαυμασμό και την εκτίμησή τους προς
τον άνθρωπο εκείνο που είχε νικήσει τους Καρχηδονίους στην Ιμέρα.
Χαρακτηριστικό είναι πως ο Τιμολέων, δεν θανάτωσε κανέναν τύραννο, παρά τους
οδήγησε πίσω στην Κόρινθο όπου και έζησαν το υπόλοιπο της ζωής τους εξόριστοι
και ταπεινωμένοι, θεωρώντας πως ήταν όμορφο να βλέπουν οι υπόλοιποι Έλληνες
τους τυράννους καταφρονημένους.
Στην κρίσιμη και νικητήρια μάχη για τα ελληνικά όπλα εναντίον των
Καρχηδονίων, στον Κριμισό ποταμό, θεϊκά σημεία καθόρισαν πάλι την έκβασή της.
Μεγάλο μέρος από τα αμέτρητα λάφυρα στάλθηκαν στην Κόρινθο μαζί με την είδηση
της νίκης, γιατί ο Τιμολέων ήθελε την πατρίδα του να τη ζηλεύουν όλοι
βλέποντας πως εκείνης μονάχα από όλες τις ελληνικές πόλεις οι ναοί, είναι
στολισμένοι με λάφυρα όχι ελληνικά, ούτε με αναμνηστικά αναθήματα που πάρθηκαν
από σκοτωμένους ομοεθνείς και ομόφυλους, αλλά με λάφυρα παρμένα απο βαρβάρους.
Όλα αυτά τα κατορθώματα ο Τιμολέων τα απέδιδε στην καλή του Τύχη, λέγοντας πως
χρωστά ευγνομωσύνη στους Θεούς, διότι θέλοντας να σώσουν τη Σικελία διάλεξαν
εκείνον για να εκπληρώσουν τη θέλησή τους. Στο σπίτι του μάλιστα, που του
είχαν παραχωρήσει οι Συρακούσιοι ως βραβείο, έχτισε ιερό της Αυτοματίας, όπου
έκανε θυσίες και το ίδιο του το σπίτι το αφιέρωσε στην Ιερή Μοίρα. Έστειλε και
του έφεραν από την Κόρινθο τη γυναίκα του και τα παιδιά του κι εγκαταστάθηκε
μόνιμα στις Συρακούσες. Στην Κόρινθο δεν επέστρεψε ποτέ ούτε αναμείχθηκε ξανά
στα ελληνικά πράγματα.
Συκοφαντήθηκε από δύο πολιτικούς, τον Λαφύστιο και τον Δημαίνετο, για τη δράση
ως στρατηγός, διότι όπως έλεγε κι ο Σιμωνίδης "όχι μόνο όλοι οι κορυδαλλοί
πρέπει να έχουν λοφίο, αλλά και κάθε δημοκρατία τον συκοφάντη της". Ο
Τιμολέων, με την απάντησή του αποδείχθηκε πρόδρομος του Βολταίρου λέγοντας ότι
ο ίδιος με τη θέλησή του υπόμεινε τόσους κόπους και κινδύνους για να μπορεί ο
κάθε Συρακούσιος να κάνει χρήση των νόμων και να έχει το δικαίωμα της
ελευθερίας του Λόγου.
Περνώντας λοιπόν τα γηρατειά του μέσα σε τιμές και αγάπη, σαν κοινός πατέρας
όλων των πολιτών, πέθανε από μια μικρή αιτία που την έφερε ο χρόνος. Η ταφή
του έγινε μέρες αργότερα από το θάνατό του, για να ετοιμάσουν οι Συρακούσιοι
την κήδευση που του άξιζε. Το νεκροκρέββατό του, το σήκωσαν νεαροί που είχαν
επί τούτου εκλεγεί με ψηφοφορία και το πέρασαν καταστόλιστο μέσα από τα
ανάκτορα του τυράννου Διονύσιου. Την ταφή συνόδευαν μυριάδες άνδρες και
γυναίκες που παρουσίαζαν θέαμα εορτής που ταίριαζε με την περίσταση. Όλοι ήταν
στεφανωμένοι, φορούσαν ρούχα καθαρά, ενώ οι φωνές και τα δάκρυά τους έσμιγαν
με το μακαρισμό του θανόντος. Τέλος, όταν το νεκροκρέββατο τοποθετήθηκε στη
φωτιά, ο Δημήτριος, ο πιο βροντόφωνος από τους κήρυκες, απήγγειλε τα παρακάτω
λόγια:
"Τον Κορίνθιο αυτόν άνδρα, τον Τιμολέοντα, το γιο του Τιμόδημου, ο λαός
των Συρακουσών τον θάβει με κηδεία που αξίζει 200 μνες. Αποφάσισε, να τον τιμά
στους αιώνες των αιώνων με αγώνες μουσικούς, ιππικούς και γυμνικούς, επειδή
γκρέμισε τους τυράννους, κατανίκησε τους βαρβάρους, έφερε ανθρώπους και
κατοίκησαν τις πιο μεγάλες πόλεις που είχαν ερημωθεί και χάρισε στους
Σικελιώτες νομοθεσία".
Το σώμα του το έθαψαν στον τόπο των λαϊκών συνελεύσεων.
Αργότερα έχτισαν στοές γύρω από τον τάφο του, κατασκεύασαν παλαίστρες και το
έκαμαν γυμναστήριο για τους νέους και το προσηγόρευσαν Τιμολεόντιον. Οι ίδιοι,
εφαρμόζοντας το πολίτευμα και τους νόμους που καθιέρωσε ο Τιμολέων, έζησαν
ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια.   

1 σχόλιο:

Christos Panopoulos είπε...

Τὰς μὲν οὖν τυραννίδας ὁ Τιμολέων τοῦτον τὸν τρόπον ἐξέκοψε καὶ τοὺς πολέμους ἔλυσε· τὴν δ' ὅλην νῆσον, ἐξηγριωμένην ὑπὸ κακῶν καὶ διαμεμισημένην ὑπὸ τῶν οἰκητόρων παραλαβών, οὕτως ἐξημέρωσε καὶ ποθεινὴν ἐποίησε πᾶσιν, ὥστε πλεῖν οἰκήσοντας ἑτέρους ὅθεν οἱ πολῖται πρότερον ἀπεδίδρασκον