Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Για να βρει η κορφή τον πάτο...

 I
-Πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια; είπε μ' ένα στραβό χαμόγελο κάνοντας μια ελλειπτική περιστροφική
κίνηση γύρω απ' τη σκέψη που συννέφιαζε την εικόνα του. Σαν μια στιγμή ήταν. Κοίτα με, είπε,
δείχνοντάς μου την απορημένη έκφραση των χεριών του. Είμαι εξήντα χρονών κι όμως νοιώθω νέος.
Είμαι νέος κι όμως αυτά μαρτυρούν το αντίθετο. Όπου κι αν κρυφτώ, όσο κι αν τρέξω, σαν
μαρσιποφόρο τον τρέφω με τις σάρκες μου...
Δεν γύρευε φιλοδώρημα, ούτε τον μαγικό καθρέφτη του παραμυθιού. Γνώριζε καλά τί του συνέβαινε.
-Δεν σου φαίνεται φίλε μου, του είπα ειλικρινά, μα στη φωλιά που είχε σκάψει ο χρόνος στο μέτωπό
του, η ειλικρίνεια ήταν ένα πολύχρωμο πουλί που συνεχώς αποδημούσε.
-Λίγο πάνω, λίγο κάτω, δεν έχει σημασία κορίτσι μου.
Εκστασιασμένος, σαν αγγελιοφόρος που ορμά στη σκηνή, μεταφέροντας πρώτιστα με το σώμα του
τα μαντάτα για την έκβαση μιας μακρινής μάχης, κι ύστερα με τα ξέπνοα λόγια... έτσι μου 'μοιαζε
όπως τον έβλεπα να πάλλεται σαν τόξο χωρίς βέλη. Ο κρατήρας που είχε σχηματίσει το στόμα του
σείστηκε και τίναξε μύδρους από στάχτη. 
-Μα πώς πέρασαν τόσο γρήγορα τα χρόνια..; ξαναρώτησε, μα αυτή τη φορά κάποιον άλλο.
 Ίσως τον φανταστικό του φίλο. Όλα τα παιδιά έχουν έναν.

II
-Θα με βγάλεις μια φωτογραφία; η παρακλητική χροιά που τόνιζε ακόμα περισσότερο τους ερυθρόδερμους επισκέπτες που στάθηκαν στο πρόσωπό του, σκούπισε το ξάφνιασμα απ' το βλέμμα μου και γέννησε ένα πρόωρο μα υγιές χαμόγελο.
Τα γαλανά ξεθωριασμένα μάτια του είχαν μια γλυκύτητα και μαρτυρούσαν νιάτα. Σαν κάτι να κόχλαζε στον πυθμένα τους, πετούσαν εδώ κι εκεί γκρίζες ανταύγειες. Κρατούσε στο χέρι του μια σακούλα. Κάπου εκεί μέσα βρισκόταν τσαλακωμένη κι η απόδειξη που έψαχνα. Αυτή που προσπαθούσε εκείνος να χάσει. Μια απόδειξη συμβιβασμού.
Του ζήτησα ευγενικά να την αφήσει παράμερα. Ήταν τόσο ξένη μέσα σ' αυτό τον πράσινο διάκοσμο.
Με ευχαρίστησε και αφού με μέτρησε στο ζύγι της διακριτικότητας, μου έπιασε μια στρογγυλή κουβέντα. Λίγο πριν περάσουμε τη διαχωριστική γραμμή  χρήσης/κατάχρησης του χρόνου, μου έπιασε  φιλικά το χέρι.
-Κορίτσι μου, μπορεί να σου φαίνεται αστείο κι ίσως εσύ αύριο να μη θυμάσαι τίποτα, όμως εγώ... θα περιμένω την φωτογραφία. Θα την αφήσω στα παιδιά μου για να με θυμούνται. 
Πήρε την σακούλα του και με χαιρέτισε εγκάρδια, σα να 'ταν βέβαιος πως κάπου θα ξανασυναντηθούμε.

III
Μια σύντομη έρευνα ανάμεσα στα λόγια που έπεφταν απ' τα τραπεζάκια του καφενείου στάθηκε αρκετή. Είχα εντοπίσει τον ένοχο. Αυτόν που είχε βουτήξει την τύχη μου και χαχάνιζε αγκαλιά με το έπαθλο. Αυτό που υποτίθεται ότι θα κέρδιζα εκείνο το βράδυ.
Το δερμάτινο καπέλο που φορούσε, το υποτονικό φως και μια παιδιάστικη αντιδραστικότητα δεν μου επέτρεπαν να διακρίνω τα χαρακτηριστικά του. Η ταμπέλα που του φόρεσα κάλυπτε και τα τελευταία αναγνωριστικά ίχνη. Ήταν κλέφτης.
Πώς τα 'φερε έτσι η βραδιά κι έπεσα πάνω του. Η μεγάλη επιφάνεια του νυχτερινού ουρανού είχε βοηθήσει να ξεθυμάνει  ο κορεσμένος εγωισμός μου... Κι ένα κεντρί όξυνε την περιέργειά μου να γνωρίσω λίγο καλύτερα τον τύπο που η Τύχη προτίμησε να του χαμογελάσει. Ένα μικρό κομμάτι μου που κρυβόταν στις σκιές ήλπιζε χαιρέκακα πως ίσως και να είχα την ευκαιρία να τον πληγώσω, πετώντας του καμμιά αιχμηρά πικραμένη εξυπνάδα. Τί το 'θελα όμως αυτό το μετωπικό άνοιγμα; Έβγαλε το καπέλο του κι αντίκρυσα έναν χαμογελαστό άντρα που θα μπορούσε να ήταν ο παππούς μου. Χείμαρρος, καλοτύχιζε τα χρόνια που πέρασαν, τα ήμερα πρωινά που ακόμα ξημερώνουν φως κι όσα η ζωή του επέστρεψε σαν κάτοπτρο για την αβρότητα που ξόδεψε ανυπολόγιστα. Τον έβλεπα να διαθλά στο διάφανο πρίσμα των μαλλιών του τα ζωηρά χρώματα της ίριδας, με τα οποία έντυνε κάθε λεπτομέρεια των ογδόντα τριών του χρόνων. Τα λόγια του δεν ήταν θριαμβευτικά, μήτε κι έσερναν άταφα σώματα αντιπάλων στα πεδία των μαχών. Ήταν μάλλον σαν το θρόισμα των φύλλων ενός πλατάνου, που αβίαστα έβλεπε τον ποταμό να φουσκώνει και ν' αδειάζει, μέχρι να βρει η κορφή τον πάτο στην κούπα της ζωής...



Πιε τη γιε μου, πιε τη και ξαναγέμισέ τη
και δως στο γείτονά σου που κάθεται κοντά σου.
 Ας την ανεβάσουμε στα επουράνια
κι ας την κατεβάσουμε στα καταχθόνια.
 Δως της μια να πάει κάτω
για να βρει η κορφή τον πάτο.  
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: